breaking newsΕλλάδα

Οι ΗΠΑ απέτυχαν να ανατρέψουν το Ιράν – Τώρα επιχειρούν να το διαλύσουν από μέσα

Μια διαφορετική ανάγνωση της πολεμικής σύγκρουσης γύρω από το Ιράν παρουσιάζει το «The National Context», υποστηρίζοντας ότι η Ουάσινγκτον, αφού δεν κατόρθωσε να επιτύχει την ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας μέσω της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής εκστρατείας, στρέφεται πλέον σε μια πιο σύνθετη στρατηγική: την πρόκληση εσωτερικής διάσπασης του ιρανικού συστήματος εξουσίας.

Απέναντι σε αυτή την προσπάθεια, η Τεχεράνη αναπτύσσει τη δική της εκστρατεία κατακερματισμού. Μέσω αιφνιδιαστικών πληγμάτων, οριζόντιας κλιμάκωσης και ενεργοποίησης των συμμάχων της σε διαφορετικά μέτωπα, επιδιώκει να καταστήσει το κόστος του πολέμου δυσβάστακτο για τη Σαουδική Αραβία και τους υπόλοιπους περιφερειακούς εταίρους των ΗΠΑ.

Κατά την ανάλυση, οι δύο πλευρές δεν επιδιώκουν πλέον τόσο την κατάκτηση ή την ολοκληρωτική στρατιωτική συντριβή του αντιπάλου όσο τη διάλυση της συνοχής του. Η σύγκρουση εξελίσσεται έτσι σε έναν αγώνα ανάμεσα σε δύο παράλληλες εκστρατείες πρόκλησης ρήγματος.

Οι τρεις φάσεις του πολέμου

Το «The National Context» διακρίνει τρεις φάσεις στη σύγκρουση που άρχισε τον Φεβρουάριο.

Η πρώτη ήταν η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική εκστρατεία, η οποία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αποσκοπούσε στην κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Η δεύτερη άρχισε με την εκεχειρία της 8ης Απριλίου. Η άμεση στρατιωτική αναμέτρηση έδωσε τότε τη θέση της σε έναν πλήρη αποκλεισμό, σε διαπραγματεύσεις υπό καθεστώς ασφυκτικής πίεσης και σε επαναλαμβανόμενες απειλές για επανέναρξη των επιθέσεων.

Ένα μονοσέλιδο μνημόνιο που συμφωνήθηκε τον Ιούνιο φάνηκε προσωρινά να σταθεροποιεί την κατάσταση. Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον της ναυσιπλοΐας στις αρχές Ιουλίου διέλυσαν αυτή τη διευθέτηση και άνοιξαν την τρίτη, ευρύτερη φάση του πολέμου.

Στο νέο σκηνικό εντάσσονται, σύμφωνα με την ανάλυση:

  • Η αιφνιδιαστική ιρανική πυραυλική επίθεση εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην Ιορδανία, στις 28 Ιουλίου.
  • Οι επιθέσεις των Χούθι με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον σαουδαραβικών πόλεων και δεξαμενόπλοιων.
  • Η συμμετοχή ένοπλων οργανώσεων του Ιράκ στις επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας.
  • Τα κοινά αντίποινα ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας στο εσωτερικό του Ιράκ.
  • Η ταυτόχρονη πίεση στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
  • Η επίθεση με drone εναντίον πλοίων μεταφοράς φυσικού αερίου στην αιγυπτιακή ακτή της Μεσογείου.

Πίσω από τα επιμέρους περιστατικά, το «The National Context» εντοπίζει δύο συνολικές στρατηγικές: την αμερικανική απόπειρα διάρρηξης του ιρανικού καθεστώτος και την ιρανική απόπειρα αποσύνθεσης του συνασπισμού που βρίσκεται γύρω από την Ουάσινγκτον.

Η προσπάθεια διάσπασης της ιρανικής ηγεσίας

Η ανάλυση εντοπίζει ως βασικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής τη συνεχή δημόσια προβολή της εικόνας ενός βαθιά διχασμένου ιρανικού καθεστώτος.

Από την εκεχειρία του Απριλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ και Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επανέλθει επανειλημμένα στην υποτιθέμενη εσωτερική διάσπαση της Τεχεράνης.

Στα τέλη Απριλίου, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την ιρανική κυβέρνηση «σοβαρά διχασμένη», λίγες ημέρες αφότου είχε περιγράψει την ίδια ηγεσία ως ορθολογική και λογική.

Αμερικανοί αξιωματούχοι μίλησαν στη συνέχεια για ένα «απόλυτο ρήγμα» μεταξύ των πολιτικών διαπραγματευτών και των διοικητών των Φρουρών της Επανάστασης. Υποστήριξαν επίσης ότι ο νέος ανώτατος ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δεν ήταν εύκολα προσβάσιμος από καμία από τις δύο πλευρές και ότι δεν υπήρχε Ιρανός αξιωματούχος με την εξουσία να συνάψει δεσμευτική συμφωνία.

Κατά την ίδια εκδοχή, η δολοφονία του Αλί Λαριτζανί τον Μάρτιο αφαίρεσε από το σύστημα τον άνθρωπο που μπορούσε να συντονίζει τα διαφορετικά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Μετά τις επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα τον Ιούλιο, η αφήγηση έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένη. Ιρανοί πολιτικοί αξιωματούχοι φέρονται να μετέφεραν στους συμβούλους του Τραμπ ότι οι επιθέσεις αποτέλεσαν λάθος των σκληροπυρηνικών και δεν ήταν απόφαση της ηγεσίας που είχε διαπραγματευτεί τη συμφωνία.

Η υπόθεση Αχμαντινετζάντ και τα μηνύματα προς την ιρανική ελίτ

Η εκστρατεία αυτή, σύμφωνα με το «The National Context», δεν περιορίζεται στις δημόσιες δηλώσεις. Συνοδεύεται από στοχευμένες διαρροές πληροφοριών, οι οποίες έχουν σκοπό να ενισχύσουν την καχυποψία στο εσωτερικό της ιρανικής εξουσίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρείται δημοσίευμα των New York Times, το οποίο υποστήριζε ότι η Μοσάντ είχε στρατολογήσει τον πρώην πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, ως πληροφοριακό στοιχείο και ως πιθανό πρόσωπο της επόμενης ημέρας σε περίπτωση κατάρρευσης του καθεστώτος.

Στο ρεπορτάζ γινόταν λόγος για συναντήσεις με τον διευθυντή της Μοσάντ στη Βουδαπέστη, ενημέρωση της CIA και αποτυχημένη απόπειρα απομάκρυνσης του πρώην προέδρου κατά την πρώτη ημέρα του πολέμου.

Το «The National Context» δεν αντιμετωπίζει αναγκαστικά όλες αυτές τις πληροφορίες ως πλήρως αποδεδειγμένες. Εστιάζει περισσότερο στον σκοπό της δημοσιοποίησής τους.

Το μήνυμα προς την ιρανική ελίτ είναι ότι το καθεστώς έχει διαβρωθεί στα υψηλότερα επίπεδα, ότι ακόμη και ένας πρώην πρόεδρος μπορεί να συνεργαζόταν με ξένη υπηρεσία και ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ γνωρίζουν πολύ περισσότερα από όσα αποκαλύπτουν.

Ανεξάρτητα από την ακρίβεια της υπόθεσης, η δημοσίευσή της δημιουργεί φόβο, αλληλοκαχυποψία και υποψίες για μυστικά κανάλια επικοινωνίας με τη Δύση.

Απειλή βομβαρδισμών και ψυχολογική πίεση

Το τρίτο εργαλείο της Ουάσινγκτον είναι η διαρκής απειλή επιστροφής στους βομβαρδισμούς.

Κάθε αναφορά σε εσωτερικό ρήγμα του Ιράν συνοδεύεται από προειδοποιήσεις ότι οι επιθέσεις θα επαναληφθούν εάν η Τεχεράνη δεν προχωρήσει σε παραχωρήσεις.

Αυτή η τακτική υποχρεώνει το ιρανικό σύστημα να επαναλαμβάνει διαρκώς την ίδια εσωτερική συζήτηση. Η μία πλευρά υποστηρίζει την πραγματοποίηση παραχωρήσεων ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή, ενώ η άλλη θεωρεί ότι κάθε υποχώρηση θα αποτελέσει την αρχή του τέλους του καθεστώτος.

Η Ουάσινγκτον δημοσιοποιεί την ύπαρξη αυτών των δύο στρατοπέδων, τους αποδίδει συγκεκριμένες θέσεις και καλεί εμμέσως κάθε πλευρά να υποψιάζεται ότι η άλλη πραγματοποιεί χωριστές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ.

Σκοπός δεν είναι απλώς να περιγραφεί μια πραγματική διαφωνία, αλλά να δημιουργηθεί και να διευρυνθεί ένα ρήγμα που θα μπορούσε να καταστήσει το ιρανικό σύστημα μη λειτουργικό.

Η πιθανότητα ελεγχόμενου θεάτρου από την Τεχεράνη

Η ανάλυση αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η εικόνα της διάσπασης μπορεί να εξυπηρετεί και την Τεχεράνη.

Το ιρανικό σύστημα διαθέτει μακρά παράδοση ελεγχόμενης πολυφωνίας. Οι μετριοπαθείς διαπραγματευτές μπορούν να παρουσιάζονται ως πρόθυμοι για συμφωνία, ενώ οι Φρουροί της Επανάστασης και οι συμμαχικές οργανώσεις συνεχίζουν την κλιμάκωση.

Οι διπλωμάτες αποκηρύσσουν τη βία, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιούν τα αποτελέσματά της ως διαπραγματευτικό όπλο.

Κατά το «The National Context», η πραγματική κατάσταση πιθανότατα βρίσκεται ανάμεσα στην πλήρη αποδιοργάνωση και στο απόλυτα σκηνοθετημένο θέατρο. Υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι η σημερινή μορφή του πολέμου είναι απαράδεκτη για το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα οι Φρουροί της Επανάστασης και οι σύμμαχοί τους διαθέτουν σημαντική επιχειρησιακή αυτονομία.

Αυτό παράγει στρατηγικά ευθυγραμμισμένες ενέργειες, χωρίς πάντοτε να υπάρχει απόλυτα συγχρονισμένη εκτέλεση.

Ο χρόνος ως όπλο κατά του Ιράν

Κεντρικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής είναι η χρήση του χρόνου ως μέσου φθοράς.

Ο κύκλος περιλαμβάνει κλιμάκωση, εκεχειρία, διαπραγμάτευση, προθεσμία και νέα απειλή στρατιωτικής επίθεσης. Θεωρητικά, μια εκεχειρία προσφέρει ανακούφιση και στις δύο πλευρές. Υπό καθεστώς αποκλεισμού, όμως, το πλεονέκτημα βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στην πλευρά των ΗΠΑ.

Για την Ουάσινγκτον, η παύση των επιθέσεων σημαίνει μικρότερη κατανάλωση πυρομαχικών, χρημάτων και πολιτικής προσοχής. Την ίδια στιγμή, ο αποκλεισμός εξακολουθεί να πλήττει το Ιράν.

Για την Τεχεράνη, αντίθετα, η εκεχειρία σταματά προσωρινά τους βομβαρδισμούς αλλά δεν ανακουφίζει την οικονομία. Η ασφυξία βαθαίνει, η απειλή νέας επίθεσης παραμένει και κάθε καινούργιος γύρος συνομιλιών αρχίζει με το Ιράν σε πιο αδύναμη θέση.

Η εκεχειρία μετατρέπεται έτσι σε συνέχιση του εξαναγκασμού με χαμηλότερο κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Τεχεράνη ανοίγει πολλά μέτωπα

Το Ιράν απαντά επιχειρώντας να αφαιρέσει από τις ΗΠΑ τον έλεγχο του χρόνου και της κλιμάκωσης.

Η ιρανική αντεπίθεση στηρίζεται στην οριζόντια διεύρυνση του πολέμου: περισσότεροι δρώντες, περισσότερα εδάφη και περισσότερα οικονομικά συστήματα τίθενται σε κίνδυνο.

Η επίθεση της 28ης Ιουλίου εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην Ιορδανία έδειξε ότι το Ιράν είναι διατεθειμένο να χτυπήσει πρώτο και μάλιστα κατά τη διάρκεια μιας παύσης.

Η ένταση των επιθέσεων των Χούθι εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, η συμμετοχή ιρακινών ένοπλων οργανώσεων και η ταυτόχρονη απειλή στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ παρουσιάζουν το φιλοϊρανικό δίκτυο ως ένα ενιαίο διασυνοριακό σύστημα.

Οι Χούθι περιγράφουν μάλιστα τη νέα πίεση στα σαουδαραβικά λιμάνια ως «αποκλεισμό για τον αποκλεισμό», δηλαδή ως άμεση απάντηση στην πολιορκία του Ιράν.

Το πλήγμα στην Νταμιέτα

Η επίθεση στο αιγυπτιακό λιμάνι της Νταμιέτας επεκτείνει, σύμφωνα με την ανάλυση, την ίδια λογική στη Μεσόγειο.

Οι αιγυπτιακές αρχές επιβεβαίωσαν ότι ένα drone προκάλεσε πυρκαγιά στο αμερικανικών συμφερόντων πλοίο μεταφοράς φυσικού αερίου Energos Winter και σε δεύτερο πλοίο.

Η Νταμιέτα βρίσκεται κοντά στον διάδρομο του Σουέζ, ο οποίος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ως έξοδος για την ενέργεια του Κόλπου, την ώρα που τόσο το Ορμούζ όσο και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ βρίσκονται υπό πίεση.

Κανένας δρων δεν έχει αναλάβει την ευθύνη. Η ιρανική κρατική τηλεόραση, όμως, είχε αναφέρει τη Νταμιέτα ως πιθανό στόχο δύο ημέρες νωρίτερα. Η απόδοση της επίθεσης στην Τεχεράνη παραμένει συνεπώς εκτίμηση και όχι αποδεδειγμένο συμπέρασμα.

Ο πόλεμος της απρόβλεπτης συμπεριφοράς

Ένας ακόμη στόχος της Τεχεράνης είναι να καταστρέψει το μονοπώλιο του Τραμπ στην απρόβλεπτη συμπεριφορά.

Ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί διαρκώς μεταβαλλόμενες προθεσμίες, ανατροπές θέσεων και αμφίσημες απειλές, αφήνοντας τον αντίπαλο να αναρωτιέται εάν επιδιώκει συμφωνία, τιμωρία ή ανατροπή του καθεστώτος.

Η μέθοδος αυτή λειτουργεί όσο ο αντίπαλος παραμένει συγκρατημένος και προβλέψιμος. Το Ιράν, όμως, αρχίζει να αντιγράφει την ίδια τακτική: ενεργεί πριν από τη λήξη των προθεσμιών, κλιμακώνει κατά τη διάρκεια εκεχειριών και αφήνει ασαφή τα όρια των στόχων του.

Οι δύο μορφές απρόβλεπτης συμπεριφοράς διαφέρουν. Του Τραμπ εξαρτάται από τις αποφάσεις ενός ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει τη στάση του μέσα σε μία νύχτα. Του Ιράν είναι δικτυωμένη και γεωγραφικά κατανεμημένη ανάμεσα στους Φρουρούς της Επανάστασης, τον τακτικό στρατό, τις ιρακινές οργανώσεις, τους Χούθι και τις ναυτικές δυνάμεις.

Αυτό επιτρέπει στην Τεχεράνη να εμφανίζεται ταυτόχρονα διαλλακτική και επιθετική, μέσα από διαφορετικά όργανα.

Η Σαουδική Αραβία ως κρίσιμος κρίκος

Η ιρανική στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι η Τεχεράνη μπορεί να αντέξει περισσότερο πόνο από τους αντιπάλους της.

Το ιρανικό σύστημα έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες κυρώσεων, απομόνωσης και στρατιωτικής πίεσης. Αντίθετα, το οικονομικό μοντέλο της Σαουδικής Αραβίας εξαρτάται από τις ασφαλείς εξαγωγές, την επενδυτική εμπιστοσύνη, τη λειτουργία των αερομεταφορών και την εικόνα σταθερότητας.

Το Ιράν εκτιμά ότι, εάν το κόστος συνεχιστεί για μήνες, το Ριάντ θα πιέσει την Ουάσινγκτον για συμβιβασμό προτού καταρρεύσει η Τεχεράνη.

Προς το παρόν, ωστόσο, οι επιθέσεις έχουν φέρει τη Σαουδική Αραβία πιο κοντά στις ΗΠΑ. Εκεί βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Ιράν: η πίεση μπορεί να οδηγήσει τους αντιπάλους σε υποχώρηση, μπορεί όμως και να τους ενώσει στην πεποίθηση ότι η ιρανική απειλή πρέπει να εξουδετερωθεί οριστικά.

Η κούρσα των δύο ρηγμάτων

Σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα του «The National Context», ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε κούρσα ανάμεσα σε δύο ρήγματα.

Η Ουάσινγκτον ποντάρει ότι ο αποκλεισμός, οι απειλές, οι πληροφοριακές επιχειρήσεις και οι διαρροές θα διαλύσουν τη συνοχή του ιρανικού καθεστώτος προτού το κόστος του πολέμου διασπάσει τον αμερικανικό συνασπισμό.

Η Τεχεράνη στοιχηματίζει στο ακριβώς αντίθετο. Με τη διεύρυνση των επιθέσεων, επιδιώκει να επιταχύνει την πολιτική και οικονομική φθορά των εταίρων των ΗΠΑ, ενώ προσπαθεί να επιβραδύνει τη δική της εσωτερική αποσύνθεση.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρίσκεται στο γεγονός ότι και οι δύο πλευρές πρέπει να εμφανίζονται πρόθυμες να χάσουν τον έλεγχο, προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν μπορούν να εκβιαστούν. Κάθε επίδειξη αποφασιστικότητας προκαλεί μια μεγαλύτερη απάντηση από τον αντίπαλο.

Σε αυτό το περιβάλλον δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να διαπιστωθεί πότε η σκηνοθετημένη εικόνα του ανεξέλεγκτου θα μετατραπεί σε πραγματική απώλεια ελέγχου.

Ακόμη και η επόμενη εκεχειρία, καταλήγει η ανάλυση, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί πραγματική διακοπή του πολέμου. Θα αποτελεί μία ακόμη φάση των δύο εκστρατειών διάσπασης, καθώς τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη έχουν μετατρέψει πλέον την ίδια την παύση των μαχών σε όπλο.

Back to top button