breaking newsΕλλάδα

Σάι Γκαλ: «Το Ισραήλ να δεσμευτεί ότι θα υπερασπιστεί την Κύπρο σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης» – Ξεκάθαρο μήνυμα στην Άγκυρα

Μια διαφορετική προσέγγιση για το μέλλον της στρατηγικής συνεργασίας Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσιάζει ο Σάι Γκαλ, σε εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Ελένη Παναγιώτου της Cyprus Mail και δημοσιεύθηκε την Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026.

Ο Ισραηλινός αναλυτής, ιδρυτής της εταιρείας στρατηγικών συμβουλών Line of State, πρώην αντιπρόεδρος Εξωτερικών Σχέσεων της Israel Aerospace Industries και μελλοντικό μέλος του συμβουλευτικού οργάνου του κυπριακού think tank Strategy International, υποστηρίζει ότι η ενίσχυση των δεσμών Λευκωσίας–Ιερουσαλήμ πρέπει να στηρίζεται στην υπεράσπιση της κυπριακής κυριαρχίας και όχι στη δημιουργία νέων σχέσεων εξάρτησης.

«Η κυπριακή κυριαρχία ενισχύει την ασφάλεια του Ισραήλ. Ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας αποτελεί θεμέλιο της συνεργασίας μας», επισημαίνει.

Η παρέμβασή του πραγματοποιείται σε μια περίοδο ενίσχυσης των διμερών σχέσεων, με την Κύπρο να έχει προχωρήσει στην αγορά δεύτερου περιπολικού ανοικτής θαλάσσης από το Ισραήλ, ενώ αναπτύσσονται νέες πρωτοβουλίες κοινοβουλευτικής συνεργασίας.

Συμφωνία αμοιβαίας συνδρομής απέναντι σε τουρκική επίθεση

Το σημαντικότερο σημείο της συνέντευξης αφορά την πρόταση του Γκαλ για θεσμοθέτηση συγκεκριμένων αμυντικών υποχρεώσεων μεταξύ Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Ισραηλινός αναλυτής εισηγείται μια επίσημη συμφωνία αμοιβαίας συνδρομής, με σαφώς προσδιορισμένες δεσμεύσεις των δύο κρατών σε περίπτωση περιφερειακής κρίσης.

Η κεντρική θέση του είναι ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να υποχρεώνει το Ισραήλ να συνδράμει στρατιωτικά την Κυπριακή Δημοκρατία σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης, ανεξαρτήτως του εάν το ισραηλινό κράτος έχει δεχθεί επίθεση.

Πρόκειται για πρόταση του αναλυτή και όχι για ήδη συμφωνημένη ή ανακοινωμένη κυβερνητική δέσμευση.

Σύμφωνα με τον Γκαλ, η συμφωνία θα μπορούσε να περιλαμβάνει ανταλλαγή πληροφοριών, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, αεράμυνα, κυβερνοασφάλεια, παροχή κρίσιμων εφοδίων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως άμεση στρατιωτική βοήθεια.

Οι δύο κυβερνήσεις θα καθόριζαν εκ των προτέρων τα προστατευόμενα συμφέροντα, τις υποχρεώσεις και τις εξαιρέσεις, διατηρώντας την αυτονομία τους στη χάραξη εθνικής πολιτικής.

Ο Γκαλ τονίζει, επίσης, ότι η ισραηλινή συνδρομή θα πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις υποχρεώσεις της Ευρώπης και όχι να τις υποκαθιστά.

Οι προϋποθέσεις για εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι τοποθετήσεις του Ισραηλινού αναλυτή για το ενδεχόμενο μελλοντικής επαναπροσέγγισης Ισραήλ και Τουρκίας.

Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί εις βάρος της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

«Η δέσμευση του Ισραήλ απέναντι στην Κύπρο και την Ελλάδα θα διατηρηθεί, ανεξάρτητα από το εάν η Τουρκία αλλάξει πορεία. Η κυριαρχία τους δεν θα αποτελέσει ποτέ το τίμημα μιας προσέγγισης με την Άγκυρα», δηλώνει.

Για την πλήρη εξομάλυνση των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων, ο Γκαλ θέτει συγκεκριμένους όρους:

  • Τερματισμό της τουρκικής κατοχής στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.

  • Διακοπή των σχέσεων της Άγκυρας με τη Χαμάς.

  • Τερματισμό των απειλών εναντίον της Ελλάδας.

  • Σεβασμό των θαλάσσιων δικαιωμάτων των κρατών της περιοχής.

Οι θέσεις αυτές αποκτούν πρόσθετη σημασία υπό το βάρος των εξελίξεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Η Cyprus Mail αναφέρεται στην έγκριση της συμφωνίας από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου 2026, επτά χρόνια μετά την αρχική υπογραφή της.

Ελλάδα και Κύπρος απέρριψαν την εξέλιξη, επισημαίνοντας ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και παραγνωρίζει τα θαλάσσια δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε τη θέση της περί ακυρότητας του μνημονίου, ενώ αρνητικά τοποθετήθηκε και το Ισραήλ.

Ο Γκαλ θεωρεί ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επιδιώκει εξομάλυνση των σχέσεών της με το Ισραήλ, διατηρώντας παράλληλα πολιτικές εξαναγκασμού έναντι γειτονικών κρατών.

Κατά τον ίδιο, οι περιφερειακές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές πρέπει να μειώνουν την εξάρτηση από διαδρομές που ελέγχονται από την Τουρκία, ακόμη και σε περίπτωση βελτίωσης των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων.

«Η συμφιλίωση δεν απαιτεί την αναδημιουργία των εξαρτήσεων που κατέστησαν δυνατό τον εξαναγκασμό», επισημαίνει.

Great Sea Interconnector: Οι απειλές δεν αποτελούν δικαίωμα αδειοδότησης

Ξεχωριστή αναφορά κάνει ο Ισραηλινός αναλυτής στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, Great Sea Interconnector.

Με αφορμή τις τουρκικές παρεμβάσεις στις έρευνες βυθού μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, ο Γκαλ θέτει ευθέως ζήτημα αξιοπιστίας της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Στη συνέντευξη γίνεται αναφορά σε δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σύμφωνα με την οποία η Άγκυρα δεν θα αντιτασσόταν στις προγραμματισμένες έρευνες, υπό την προϋπόθεση ότι θα λάμβανε προηγουμένως γραπτή ενημέρωση.

Ο Γκαλ απαντά ότι το συγκεκριμένο έργο αποτελεί δοκιμασία για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση:

«Ο Great Sea Interconnector δοκιμάζει την ικανότητα της Ευρώπης να προστατεύει τις δικές της αποφάσεις. Οι απειλές δεν μπορούν να μετατραπούν σε αρχή αδειοδότησης».

Η τοποθέτηση συνδέει άμεσα την υλοποίηση του έργου με το ευρύτερο ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και της δυνατότητας των κρατών-μελών να αναπτύσσουν κρίσιμες υποδομές χωρίς να υπόκεινται σε πιέσεις τρίτων χωρών.

BARAK MX και αμυντική βιομηχανία: Η Κύπρος δεν πρέπει να περιοριστεί στον ρόλο του αγοραστή

Ο Γκαλ αναφέρεται εκτενώς και στη συνεργασία Κύπρου–Ισραήλ στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων, όπως το BARAK MX.

Κατά την άποψή του, η αγορά προηγμένων οπλικών συστημάτων πρέπει να συνοδεύεται από μεταφορά τεχνογνωσίας, δυνατότητες εγχώριας παραγωγής και κοινή ανάπτυξη νέων εφαρμογών.

Ο Ισραηλινός αναλυτής θεωρεί ότι οι κυπριακές επιχειρήσεις δεν πρέπει απλώς να αποτελούν πελάτες της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας, αλλά να αποκτήσουν ουσιαστικό ρόλο στον σχεδιασμό και στην υποστήριξη των συστημάτων.

Ιδιαίτερες δυνατότητες εντοπίζει στον τομέα του λογισμικού, των ασφαλών επικοινωνιών, των αισθητήρων και της προσομοίωσης.

Παράλληλα, εκτιμά ότι η συνεργασία με ελληνικές και ισραηλινές επιχειρήσεις μπορεί να ανοίξει νέες αγορές για κυπριακές εταιρείες και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.

Ο Γκαλ επιμένει ότι η επιχειρησιακή επάρκεια της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να διατηρείται ακόμη και όταν οι εταίροι της βρίσκονται οι ίδιοι σε πόλεμο.

Για τον λόγο αυτό προκρίνει την ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων συντήρησης, τεχνικής υποστήριξης και επάρκειας ανταλλακτικών και εφοδίων.

Η βασική αρχή που διατυπώνει είναι ότι ο επιχειρησιακός έλεγχος των συστημάτων πρέπει να παραμένει στη Λευκωσία.

Οι σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και η κυπριακή διπλωματική αυτονομία

Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης αφορά τη δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αναπτύσσει στενότερες σχέσεις με το Ισραήλ, χωρίς να εγκαταλείπει τους παραδοσιακούς διπλωματικούς δεσμούς της με τον αραβικό κόσμο.

Ο Γκαλ αντιμετωπίζει αυτές τις σχέσεις ως στρατηγικό πλεονέκτημα της Λευκωσίας και όχι ως εμπόδιο στην ισραηλινοκυπριακή συνεργασία.

«Οι σχέσεις της Κύπρου με τις αραβικές χώρες αποτελούν διπλωματικό πλεονέκτημα. Η αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ έχει τη θέση της δίπλα σε αυτές», εξηγεί.

Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι η φιλία με το Ισραήλ δεν συνεπάγεται υποχρέωση αποδοχής κάθε ισραηλινής πολιτικής.

Ο ίδιος υποστηρίζει την ύπαρξη ενός ασφαλούς Ισραήλ, ενός κυρίαρχου και αποστρατιωτικοποιημένου παλαιστινιακού κράτους και μιας επανενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η δυνατότητα της Κύπρου να συνομιλεί με διαφορετικούς περιφερειακούς παράγοντες, κατά τον Γκαλ, ενισχύει τη διπλωματική αξία της και για το ίδιο το Ισραήλ.

Ισραηλινές επενδύσεις και προβληματισμός για την αγορά ακινήτων

Η συνέντευξη επεκτείνεται και στην αυξανόμενη παρουσία ισραηλινών επενδυτικών συμφερόντων στην Κύπρο, ιδιαίτερα στον τομέα των ακινήτων.

Ο Γκαλ αναγνωρίζει τους προβληματισμούς που έχουν διατυπωθεί για τις τιμές των κατοικιών, την πρόσβαση των Κυπρίων στην αγορά στέγης και τον βαθμό στον οποίο οι ξένες επενδύσεις ωφελούν τις τοπικές κοινωνίες.

Υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να αξιολογούν τη συνολική επίδραση των επενδύσεων στην οικονομία και στην κοινωνία, ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης των κεφαλαίων.

Όπως επισημαίνει, η αύξηση των τιμών των ακινήτων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη οικονομικής ευημερίας, εάν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικά οφέλη για τους κατοίκους και τις τοπικές επιχειρήσεις.

Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται στη μεταφορά εντός έδρας αγώνων της Μακάμπι Τελ Αβίβ στη Λεμεσό για την EuroLeague και στο ζήτημα της επιβάρυνσης των κυπριακών αρχών με πρόσθετα μέτρα ασφαλείας.

Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι η Μακάμπι και η EuroLeague πρέπει να καλύπτουν συμφωνημένα μερίδια των πρόσθετων δαπανών ασφαλείας. Οποιαδήποτε δημόσια συνεισφορά, σύμφωνα με τον ίδιο, οφείλει να είναι αιτιολογημένη, προϋπολογισμένη και δημοσιοποιημένη.

Παράλληλα, η ευθύνη για τη δημόσια ασφάλεια πρέπει να παραμένει στις κυπριακές αρχές.

Κοινοβουλευτική διπλωματία χωρίς πολιτικές εξαρτήσεις

Ο Ισραηλινός αναλυτής τοποθετείται και για τις νέες κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες που έχουν αναπτυχθεί στην Κύπρο, με τη συμμετοχή οργανώσεων όπως οι Transatlantic Friends of Israel και Israel Allies Foundation.

Αναγνωρίζει ότι η κοινοβουλευτική διπλωματία μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζονται η διαφάνεια και η ανεξαρτησία των εκλεγμένων αντιπροσώπων.

Ο Γκαλ ζητεί δημοσιοποίηση των πηγών χρηματοδότησης, των επιχορηγούμενων ταξιδιών και ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων.

Η συμμετοχή σε διεθνή κοινοβουλευτικά δίκτυα, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, δεν πρέπει να δεσμεύει την πολιτική κρίση των βουλευτών ούτε να υπερισχύει της εντολής που έχουν λάβει από τους πολίτες.

Ισραηλινές εκλογές: «Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, τα εθνικά συμφέροντα όχι»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις του Σάι Γκαλ για το πολιτικό τοπίο στο Ισραήλ, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.

Σχολιάζοντας τα προκαταρκτικά αποτελέσματα, αναφέρει ότι τα κόμματα που αντιτίθενται στον σχηματισμό νέας κυβέρνησης υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου συγκεντρώνουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένων 19 εδρών που κατέχουν κόμματα υπό αραβική ηγεσία.

Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η αριθμητική αυτή πλειοψηφία δεν συνιστά αυτομάτως κυβερνητικό συνασπισμό.

Το βασικό μήνυμα του Γκαλ είναι ότι ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με ανατροπή των στρατηγικών προτεραιοτήτων του Ισραήλ.

«Οι εκλογές μπορεί να αλλάξουν την κυβέρνηση του Ισραήλ, όχι όμως τα συμφέροντά του», υπογραμμίζει.

Επικαλείται την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία και στην κατεχόμενη Κύπρο, τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Χαμάς ως παράγοντες που εξακολουθούν να καθορίζουν το στρατηγικό περιβάλλον.

Υπενθυμίζει ότι ο Νετανιάχου συνέβαλε στη διαμόρφωση της συνεργασίας του Ισραήλ με Ελλάδα και Κύπρο, ενώ οι Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ συνέχισαν την ανάπτυξή της.

Κατά τον Γκαλ, μια νέα ισραηλινή ηγεσία θα μπορούσε να επιδιώξει βελτίωση των σχέσεων με την Ευρώπη και ιδιαίτερα με τη Γαλλία.

Παράλληλα, θεωρεί ότι η δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένου παλαιστινιακού κράτους και ο αφοπλισμός της Χαμάς θα μπορούσαν να απελευθερώσουν στρατιωτικούς πόρους και να διευκολύνουν την ενίσχυση των ευρωπαϊκών σχέσεων του Ισραήλ.

Για Ελλάδα και Κύπρο, το ζητούμενο, όπως εξηγεί, δεν είναι απλώς η διατήρηση προσωπικών σχέσεων με συγκεκριμένους Ισραηλινούς ηγέτες, αλλά η ύπαρξη ενός αξιόπιστου στρατηγικού εταίρου, οι δεσμεύσεις του οποίου θα στηρίζονται σε συγκεκριμένο σχεδιασμό, χρηματοδότηση και επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η συνέντευξη καταλήγει με την επισήμανση του Γκαλ ότι η επιτυχία της συνεργασίας πρέπει να κρίνεται από τα πραγματικά αποτελέσματα για τους πολίτες των δύο χωρών και όχι μόνο από τις διπλωματικές διακηρύξεις.

Back to top button