Νέα επίθεση με βαρύ ιστορικό και θρησκευτικό φορτίο εξαπέλυσε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επαναφέροντας στο προσκήνιο την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την Αγία Σοφία, σε μια ρητορική που συνδυάζει νεοοθωμανική ιδεολογία, ισλαμικό συμβολισμό και εσωτερική πολιτική στόχευση.
Μιλώντας μετά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στο Προεδρικό Μέγαρο της Άγκυρας, ο Τούρκος πρόεδρος στράφηκε κατά όσων, όπως υποστήριξε, αμφισβητούν την τουρκική και μουσουλμανική ταυτότητα της Κωνσταντινούπολης. Αναφερόμενος στην Άλωση του 1453, ισχυρίστηκε ότι το νόημά της δεν ήταν μόνο η κατάκτηση μιας πόλης, αλλά «η κατάκτηση των ψυχών και των καρδιών», επικαλούμενος τον Τούρκο διανοούμενο Νουρεττίν Τοπτσού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην Αγία Σοφία, την οποία χαρακτήρισε σύμβολο της κατάκτησης. Ο Ερντογάν υποστήριξε ότι η επαναλειτουργία της ως τζαμιού έβαλε τέλος σε μια περίοδο «86 ετών νοσταλγίας», παρουσιάζοντας την απόφαση της κυβέρνησής του ως ιστορική αποκατάσταση της κληρονομιάς του Μωάμεθ του Πορθητή.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τουρκία «έσπασε τις αλυσίδες» που είχαν τοποθετηθεί πάνω στην κληρονομιά αυτή, με σαφή αναφορά στη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσείο το 1934 και στην επαναλειτουργία της ως τζαμιού το 2020. Η τοποθέτησή του δεν ήταν απλώς θρησκευτική ή ιστορική. Ήταν πολιτική δήλωση ταυτότητας.
Ο πιο προκλητικός τόνος ήρθε όταν αναφέρθηκε σε όσους χρησιμοποιούν το σύνθημα «Η καταπίεση άρχισε το 1453». Ο Ερντογάν έκανε λόγο για «απομεινάρια του Βυζαντίου» που, όπως είπε, δυσκολεύονται ακόμη να αποδεχθούν την πραγματικότητα. Πρόσθεσε μάλιστα ότι «η Κωνσταντινούπολη είναι τουρκική, είναι μουσουλμανική και με τη βοήθεια του Θεού θα παραμείνει τουρκική και μουσουλμανική μέχρι τη συντέλεια του κόσμου».
Η φράση αυτή δείχνει για ακόμη μία φορά πώς ο Τούρκος πρόεδρος χρησιμοποιεί την Κωνσταντινούπολη όχι μόνο ως ιστορικό σύμβολο, αλλά ως εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης. Η Άλωση παρουσιάζεται ως ζωντανό ιδεολογικό θεμέλιο του σημερινού τουρκικού κράτους, ενώ η Αγία Σοφία λειτουργεί ως κορυφαίο σύμβολο της νεοοθωμανικής αφήγησης.
Παράλληλα, ο Ερντογάν άφησε αιχμές και για τη διοίκηση του Δήμου Κωνσταντινούπολης, δηλώνοντας ότι η πόλη δεν θα αφεθεί «στην κρίση ανίκανων ανθρώπων που δεν γνωρίζουν τη δουλειά τους ούτε την ιστορία». Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται ως σαφές πολιτικό μήνυμα προς την αντιπολίτευση, η οποία ελέγχει τον Δήμο Κωνσταντινούπολης και αποτελεί έναν από τους βασικούς πονοκεφάλους για το προεδρικό σύστημα Ερντογάν.
Με τη νέα του παρέμβαση, ο Τούρκος πρόεδρος επιχειρεί να ξαναγράψει την πολιτική ατζέντα με όρους ιστορικής ταυτότητας. Επικαλείται την Άλωση, την Αγία Σοφία και τον Μωάμεθ τον Πορθητή για να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας μιας «ιερής» συνέχειας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία έως τη σημερινή Τουρκία.
Για την Ελλάδα και τον ευρύτερο ελληνισμό, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλή εσωτερική ρητορική. Η Κωνσταντινούπολη, η Αγία Σοφία και η βυζαντινή κληρονομιά δεν είναι ουδέτερα σύμβολα. Αποτελούν ιστορικά σημεία αναφοράς του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Όταν ο Τούρκος πρόεδρος μιλά για «απομεινάρια του Βυζαντίου», δεν κάνει απλώς πολιτική αντιπαράθεση. Στέλνει μήνυμα πολιτισμικής κυριαρχίας.
Η ρητορική Ερντογάν επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται σε διπλωματικές ή στρατιωτικές διεκδικήσεις. Επενδύει συστηματικά στην ιστορία ως εργαλείο ισχύος. Η Άλωση γίνεται πολιτικό σύνθημα. Η Αγία Σοφία γίνεται λάβαρο. Η Κωνσταντινούπολη μετατρέπεται σε σκηνή όπου η Τουρκία επιδιώκει να επιβάλει την αποκλειστική δική της αφήγηση.
Το ερώτημα είναι αν η ελληνική πλευρά θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τέτοιες δηλώσεις ως γραφικές υπερβολές ή αν θα τις διαβάσει ως αυτό που πραγματικά είναι: κομμάτι μιας σταθερής στρατηγικής ιδεολογικής επιβολής, που συνδέει ιστορία, θρησκεία, εξωτερική πολιτική και εσωτερική εξουσία.