breaking newsΕλλάδα

Νέα πρόκληση από τους Τσάμηδες! Αναζωπυρώνουν αλυτρωτικές διεκδικήσεις κατά της Ελλάδας

Νέο κύκλο αλυτρωτικής ρητορικής εις βάρος της Ελλάδας επιχειρούν να ανοίξουν αλβανικοί εθνικιστικοί κύκλοι και οργανώσεις που εμφανίζονται ως εκπρόσωποι των Τσάμηδων, με αφορμή τις εκδηλώσεις της 27ης Ιουνίου, τις οποίες παρουσιάζουν ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Τσάμηδων».

Οι εκδηλώσεις αυτές, που πραγματοποιούνται κυρίως στην περιοχή της Κονίσπολης, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, προκαλούν κάθε χρόνο έντονες αντιδράσεις στην Αθήνα, καθώς συνοδεύονται από συνθήματα περί «Τσαμουριάς», αναφορές στη «Μεγάλη Αλβανία» και διεκδικήσεις που στρέφονται ευθέως κατά της ιστορικής αλήθειας και των ελληνικών θέσεων.

Στο επίκεντρο της ρητορικής των διοργανωτών βρίσκεται ο ισχυρισμός περί δήθεν «γενοκτονίας» των Τσάμηδων από την Ελλάδα. Η Αθήνα απορρίπτει κατηγορηματικά αυτόν τον ισχυρισμό, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ιστορικά αβάσιμη και πολιτικά υποκινούμενη αφήγηση, η οποία χρησιμοποιείται για την αναβίωση ενός ζητήματος που η ελληνική πλευρά θεωρεί οριστικά λήξαν.

Η υπόθεση των Τσάμηδων παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, όχι επειδή υπάρχει νομική ή ιστορική εκκρεμότητα, αλλά επειδή ακραίοι κύκλοι στην Αλβανία επιχειρούν διαχρονικά να τη χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο πολιτικής πίεσης προς την Ελλάδα.

Η ιστορική διάσταση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Η ελληνική θέση βασίζεται στα ιστορικά δεδομένα της περιόδου της Κατοχής και στις αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας συνεργάστηκε με τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

Τμήματα των Τσάμηδων συμμετείχαν ενεργά στο πλευρό των κατακτητών, εμπλεκόμενα σε διώξεις, σφαγές, λεηλασίες και πυρπολήσεις χωριών στην Ήπειρο. Οι πράξεις αυτές έχουν καταγραφεί σε ελληνικές αλλά και διεθνείς πηγές της εποχής και αποτέλεσαν τη βάση για τη μεταπολεμική δικαστική αντιμετώπιση των εμπλεκομένων.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την περιοχή το 1944, μεγάλος αριθμός Τσάμηδων εγκατέλειψε την Ελλάδα και κατέφυγε στην Αλβανία. Η ελληνική πλευρά συνδέει τη φυγή αυτή με τη συνεργασία τους με τις κατοχικές δυνάμεις και τον φόβο ποινικής δίωξης για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά αμάχων.

Οι δικαστικές αποφάσεις και οι περιουσίες

Τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσίλογων στα Ιωάννινα, κατά τα έτη 1945 και 1946, εξέδωσαν αποφάσεις για συνεργασία με τις δυνάμεις κατοχής, επιβάλλοντας καταδίκες και δημεύσεις περιουσιών όσων κρίθηκαν ένοχοι.

Οι περιουσίες αυτές χαρακτηρίστηκαν «εχθρικές» και στη συνέχεια, κατά τη δεκαετία του 1950, απαλλοτριώθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο και διανεμήθηκαν σε ακτήμονες κατοίκους και εποίκους.

Η ελληνική θέση παραμένει σαφής: οι δημεύσεις έγιναν βάσει της νομοθεσίας που ίσχυε για τους συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής και το ζήτημα έχει κλείσει νομικά και ιστορικά.

Οι διεκδικήσεις που συντηρούν την ένταση

Παρά τις ελληνικές θέσεις, οργανώσεις Τσάμηδων και πολιτικές δυνάμεις στην Αλβανία συνεχίζουν να εγείρουν αιτήματα για επιστροφή περιουσιών, οικονομικές αποζημιώσεις και αναγνώριση των ισχυρισμών περί διώξεων.

Οι διεκδικήσεις αυτές αποτελούν σταθερό σημείο τριβής στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, αν και η επίσημη αλβανική κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν εγείρει εδαφικές αξιώσεις έναντι της Ελλάδας.

Ωστόσο, η επανάληψη των εκδηλώσεων, η χρήση αλυτρωτικών συμβόλων και η προβολή χαρτών ή συνθημάτων περί «Τσαμουριάς» προκαλούν έντονη ανησυχία στην ελληνική πλευρά.

Η Αθήνα: «Δεν υπάρχει τσάμικο ζήτημα»

Η ελληνική πολιτεία θεωρεί ότι δεν υφίσταται «τσάμικο ζήτημα» και ότι δεν υπάρχει καμία εκκρεμότητα προς διαπραγμάτευση.

Η Αθήνα επισημαίνει ότι οι δικαστικές αποφάσεις είναι τελεσίδικες, ότι οι δημεύσεις περιουσιών έγιναν νόμιμα και ότι η προσπάθεια αναβίωσης του ζητήματος βασίζεται σε ιστορικές διαστρεβλώσεις.

Παράλληλα, ελληνικές διπλωματικές πηγές υπογραμμίζουν ότι η καλλιέργεια αλυτρωτικών αφηγήσεων αντιβαίνει στο πνεύμα καλής γειτονίας και ευρωπαϊκής συνεργασίας, το οποίο υποτίθεται ότι πρέπει να διέπει τις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας.

Αλυτρωτισμός με πολιτική στόχευση

Η νέα κινητικότητα γύρω από τις εκδηλώσεις της 27ης Ιουνίου δείχνει ότι ορισμένοι κύκλοι επιμένουν να εργαλειοποιούν το παρελθόν για σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς ιστορικό. Είναι θέμα αποτροπής κάθε μορφής αλυτρωτισμού που επιχειρεί να εμφανίσει ως «ανθρωπιστικό» ή «μειονοτικό» ένα θέμα που συνδέεται με συνεργασία με δυνάμεις κατοχής και καταδικασμένες πράξεις κατά αμάχων.

Η Αθήνα καλείται να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η Αλβανία επιδιώκει την ευρωπαϊκή της πορεία. Η αναβίωση αλυτρωτικών αφηγήσεων δεν μπορεί να συμβαδίζει με την ευρωπαϊκή προοπτική μιας χώρας που δηλώνει ότι θέλει σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα.

Το μήνυμα της ελληνικής πλευράς παραμένει ξεκάθαρο: το λεγόμενο «τσάμικο» δεν υφίσταται ως ζήτημα προς συζήτηση. Υπάρχει μόνο η ιστορική μνήμη, οι δικαστικές αποφάσεις και η ανάγκη να μην επιτρέπεται η παραχάραξη της Ιστορίας σε βάρος της Ελλάδας.

Back to top button