Η Άγκυρα εκτιμά ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αποδυνάμωση του Ιράν θα δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό ισχύος, το οποίο μπορεί να καλύψει αξιοποιώντας τη στενή στρατηγική σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν.
του Αρντασές Γιαγουπιάν
Η κλιμάκωση της κρίσης γύρω από το Ιράν δεν αποτελεί για την Τουρκία απλώς μία ακόμη περιφερειακή αναταραχή. Για την Άγκυρα, κάθε μεταβολή στις ισορροπίες ισχύος της Μέσης Ανατολής και του Νοτίου Καυκάσου δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την προώθηση των μακροπρόθεσμων στρατηγικών της επιδιώξεων. Η αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής θα μπορούσε να επιτρέψει στην Τουρκία να διευρύνει την παρουσία της από τον Νότιο Καύκασο έως την Κεντρική Ασία, ενισχύοντας τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης με ολοένα αυξανόμενη γεωπολιτική αυτονομία.
Η τουρκική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από μια στρατηγική πολυδιάστατων ισορροπιών. Ενώ παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και θεωρητικά αποτελεί έναν από τους βασικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, παράλληλα διατηρεί στενές σχέσεις συνεργασίας με τη Ρωσία και το Ιράν σε τομείς όπως η ενέργεια, το εμπόριο, η ασφάλεια και η περιφερειακή διαχείριση κρίσεων. Η Άγκυρα αποφεύγει συστηματικά να ταυτιστεί πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις ή τις στρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις μεγάλες δυνάμεις.
Η τακτική αυτή δεν αντανακλά ουδετερότητα ούτε πολιτική ίσων αποστάσεων. Αντίθετα, αποτελεί συνειδητή επιλογή μεγιστοποίησης της τουρκικής επιρροής. Η Άγκυρα επιδιώκει να εμφανίζεται ως ο μοναδικός δρών που μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία, το Ιράν και τον αραβικό κόσμο, διεκδικώντας ρόλο διαμεσολαβητή σε κρίσεις όπως ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας, η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ και οι συγκρούσεις στη Συρία, στη Λιβύη και σε περιοχές της Αφρικής. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε στρατηγικό πλεονέκτημα και κάθε περιφερειακή κρίση σε ευκαιρία αναβάθμισης της διεθνούς της θέσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής αποτελεί η στάση της απέναντι στο Ισραήλ. Παρότι η τουρκική ηγεσία υιοθετεί ιδιαίτερα σκληρή ρητορική, ειδικά μετά τις εξελίξεις στη Γάζα, αποφεύγει να διακόψει πλήρως τους διαύλους επικοινωνίας με τη Δύση και εξακολουθεί να προσαρμόζει τη στάση της ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Η διττή αυτή προσέγγιση αποτυπώνει τη φιλοδοξία της Τουρκίας να διατηρεί ανοικτές όλες τις στρατηγικές επιλογές της, ανεξάρτητα από την έκβαση των συγκρούσεων.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται ο Νότιος Καύκασος. Η Άγκυρα εκτιμά ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αποδυνάμωση του Ιράν θα δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό ισχύος, το οποίο μπορεί να καλύψει αξιοποιώντας τη στενή στρατηγική σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν. Τα τελευταία χρόνια οι δύο χώρες έχουν οικοδομήσει μια σχέση που υπερβαίνει τη συνηθισμένη διακρατική συνεργασία. Η στρατιωτική συνεργασία, οι κοινές ασκήσεις, οι ενεργειακές υποδομές και οι διασυνδέσεις στις μεταφορές δημιουργούν ουσιαστικά έναν ενιαίο γεωστρατηγικό χώρο, ο οποίος λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της τουρκικής πολιτικής στον Καύκασο.
Κεντρικός άξονας αυτής της στρατηγικής αποτελεί ο λεγόμενος «Διάδρομος του Ζανκεζούρ». Παρότι προβάλλεται διεθνώς ως έργο οικονομικής συνεργασίας και μεταφορών, στην πραγματικότητα συνιστά ένα σχέδιο με βαθιές γεωπολιτικές προεκτάσεις. Η δημιουργία μιας απευθείας χερσαίας σύνδεσης μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν μέσω της αρμενικής επαρχίας του Σιουνίκ θα μεταβάλει σημαντικά τις ισορροπίες στον Νότιο Καύκασο. Εφόσον ο διάδρομος αποκτήσει καθεστώς που περιορίζει την πλήρη άσκηση της αρμενικής κυριαρχίας, η Αρμενία κινδυνεύει να απολέσει τον έλεγχο ενός ζωτικής σημασίας γεωγραφικού χώρου, ενώ το Ιράν θα περιορίσει σημαντικά τη χερσαία του πρόσβαση προς τον Καύκασο.
Για την Αρμενία, επομένως, το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική διάσταση. Η διατήρηση του πλήρους κυριαρχικού ελέγχου στο Σιουνίκ αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας και στρατηγικής επιβίωσης. Η απώλεια του μοναδικού άμεσου χερσαίου διαδρόμου προς το Ιράν θα μεταβάλει ριζικά τη γεωπολιτική θέση της χώρας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον άξονα Άγκυρας–Μπακού. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τη στρατιωτική επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ και τον εκτοπισμό του αρμενικού πληθυσμού, γεγονότα που δημιούργησαν νέα γεωπολιτικά τετελεσμένα στην περιοχή.
Η Τουρκία παρουσιάζει αυτή την πολιτική ως συμβολή στην περιφερειακή σταθερότητα και στην οικονομική διασύνδεση της Ευρασίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη ρητορική διακρίνεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η εδραίωση της τουρκικής επιρροής σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από την Ανατολία μέχρι την Κασπία Θάλασσα και την Κεντρική Ασία, περιορίζοντας παράλληλα τον ρόλο ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως το Ιράν.
Παρά ταύτα, η υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού εξαρτάται από μία κρίσιμη παράμετρο: την ουσιαστική αποδυνάμωση της Τεχεράνης. Μέχρι στιγμής, όμως, τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αυτό το σενάριο. Παρά τις σοβαρές στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές πιέσεις που δέχθηκε, το ιρανικό καθεστώς διατήρησε τη συνοχή του κρατικού μηχανισμού, συνέχισε την ανάπτυξη του πυρηνικού του προγράμματος και εμβάθυνε τη στρατηγική συνεργασία του με τη Ρωσία και την Κίνα. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία δεν έχει αποκτήσει τον βαθμό γεωπολιτικής ελευθερίας κινήσεων που αρχικά εκτιμούσε ότι θα προέκυπτε.
Για την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και την Αρμενία, η διατήρηση μιας σχετικής ισορροπίας ισχύος στην περιοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όσο το Ιράν εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράγοντας εξισορρόπησης στον Νότιο Καύκασο, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Άγκυρα να προωθήσει μονομερώς τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις και να επιβάλει νέα γεωπολιτικά τετελεσμένα.
Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν, συνεπώς, δεν περιορίζεται στα όρια της Μέσης Ανατολής. Οι συνέπειές της εκτείνονται στον Νότιο Καύκασο, επηρεάζουν την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και διαμορφώνουν νέες προκλήσεις για τη συνοχή του ίδιου του ΝΑΤΟ, που θα τα δούμε στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου.