breaking newsΔιεθνή

Η Γαλλία καίγεται την ώρα που η Ελλάδα σιωπά: Γιατί η απώλεια εμπιστοσύνης είναι πιο επικίνδυνη από τη φωτιά

Η Γαλλία δεν καίγεται επειδή κερδίζει η PSG. Καίγεται επειδή η νίκη της PSG λειτουργεί ως αφορμή για να εκραγεί μια κοινωνία που έχει χάσει κοινό νόμο, κοινή ταυτότητα και κοινό πολιτικό κέντρο.

Οι πρόσφατες ταραχές μετά τη νίκη της PSG δεν είναι απλώς «χουλιγκανισμός». Ούτε όμως εξηγούνται μόνο με το εύκολο σχήμα «φταίει η μετανάστευση». Το πιο βαθύ είναι ότι η Γαλλία έχει μπει σε κατάσταση κοινωνικού κατακερματισμού, όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν βιώνουν πλέον το κράτος ως κοινή πατρίδα, αλλά ως ξένη εξουσία, κατασταλτικό μηχανισμό ή αντίπαλο σύμβολο.

Στα γεγονότα του 2026, οι διεθνείς αναφορές μιλούν για εκατοντάδες συλλήψεις μετά τους πανηγυρισμούς της PSG, με επεισόδια σε Παρίσι και άλλες πόλεις, τραυματισμούς αστυνομικών, βανδαλισμούς, φωτιές και επιθέσεις σε σημεία δημόσιας τάξης. Οι αριθμοί διαφέρουν ανά πηγή και χρονική στιγμή, αλλά η τάξη μεγέθους είναι σαφής: δεν πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά για επαναλαμβανόμενο μοτίβο αστικής έκρηξης.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις Ανιχνεύσεις τοποθετείται το γεγονός σε ένα σχήμα «κοινωνίας υπό διάλυση»: η νίκη της PSG παρουσιάζεται ως αφορμή για βίαιες εκδηλώσεις σε πολλές πόλεις, ενώ η ανάλυση επιμένει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η δημόσια ασφάλεια, αλλά η αποσάθρωση της κοινωνικής συνοχής, η κρίση ταυτότητας και η αδυναμία του γαλλικού κράτους να επιβάλει κοινό νόμο χωρίς να φαίνεται είτε αδύναμο είτε αυταρχικό.

Η μεγάλη σύγκρουση είναι ανάμεσα σε δύο ερμηνείες. Η πρώτη, τύπου Merchet/de Montbrial, (ο πρώτος γάλλος δημοσιογράφος και ο δεύτερος γάλλος δικηγόρος)  βλέπει τις ταραχές ως γεωπολιτική εσωτερικού χώρου: σύγκρουση εδαφών, γειτονιών, ταυτοτήτων, «εμείς» και «αυτοί». Η δεύτερη, τύπου Husson, (γάλλος ιστορικός και πανεπιστημιακός) λέει ότι η εθνοπολιτισμική ανάγνωση λειτουργεί ως δηλητήριο, γιατί κρύβει τη βαθύτερη κοινωνική πραγματικότητα: τις ανισότητες, την αποβιομηχάνιση, την κρίση της εκπαίδευσης, την παρακμή της κυριαρχίας και τον ταξικό διαχωρισμό ανάμεσα σε κέντρα πόλεων και περιφέρειες.

Και οι δύο βλέπουν ένα κομμάτι της αλήθειας, αλλά καμία μόνη της δεν αρκεί.

Η Γαλλία έχει πράγματι εθνοπολιτισμικό πρόβλημα, όχι όμως επειδή η καταγωγή από μόνη της παράγει βία. Το πρόβλημα είναι ότι η γαλλική πολιτεία δεν κατάφερε να μετατρέψει μαζικούς πληθυσμούς σε κοινό πολιτικό σώμα. Η γαλλική δημοκρατική υπόσχεση ήταν: «δεν με ενδιαφέρει από πού έρχεσαι, θα γίνεις πολίτης μέσα από σχολείο, γλώσσα, εργασία, στρατό, δημόσιο χώρο». Αυτός ο μηχανισμός ενσωμάτωσης έχει ραγίσει.

Από την άλλη, η κοινωνική ανάγνωση είναι επίσης αληθινή: τα προάστια δεν είναι απλώς «ξένες φυλές» μέσα στη Γαλλία. Είναι χώροι ανεργίας, φτώχειας, σχολικής αποτυχίας, αστυνομικής δυσπιστίας και χωρικού αποκλεισμού. Το Reuters, για τις μεγάλες ταραχές του 2023 μετά τον θάνατο του Ναέλ, σημείωνε ότι οι ταραχοποιοί δεν έκαιγαν μόνο αυτοκίνητα και μέσα μεταφοράς, αλλά στόχευαν δημαρχεία, αστυνομικά τμήματα και σχολεία — δηλαδή κτήρια που συμβολίζουν το ίδιο το γαλλικό κράτος.

Άρα το κεντρικό φαινόμενο δεν είναι απλώς «νεολαία που ξεφεύγει». Είναι εξέγερση χωρίς πολιτικό πρόγραμμα. Είναι βία που δεν ζητά κάτι σαφές. Δεν έχει μανιφέστο, δεν έχει ηγεσία, δεν έχει σχέδιο εξουσίας. Έχει όμως τεράστια συμβολική φόρτιση: χτυπάει ό,τι θυμίζει τάξη, κράτος, ιδιοκτησία, δημόσιο χώρο, κανονικότητα.

Εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η κοινωνική δυσφορία δεν οργανώνεται πολιτικά, μετατρέπεται σε μηδενιστική ενέργεια. Δεν λέει «θέλω δικαιοσύνη» με τρόπο συγκροτημένο. Λέει «δεν αναγνωρίζω τίποτα». Δεν είναι επανάσταση. Είναι αποσύνθεση.

Η PSG (Παρί Σεν Ζερμέν) λειτουργεί ως τέλειο σύμβολο αυτής της αντίφασης. Είναι ομάδα του Παρισιού, αλλά ταυτόχρονα παγκόσμιο brand, αραβικό χρήμα, μεταεθνικό ποδόσφαιρο, μηχανισμός θεάματος και ταυτότητας. Η νίκη της γίνεται πανηγύρι, αλλά το πανηγύρι γίνεται σκηνή εκτόνωσης. Εκεί εμφανίζεται η νέα Γαλλία: μια χώρα που μπορεί να παράγει παγκόσμιο θέαμα, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει το κοινωνικό σώμα που συγκεντρώνεται γύρω από αυτό.

Το κράτος απαντά με αστυνομία. Και εδώ αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Όσο περισσότερο η Γαλλία χάνει την κοινωνική της συνοχή, τόσο περισσότερο χρειάζεται καταστολή. Όσο περισσότερο χρειάζεται καταστολή, τόσο περισσότερο οι αποκλεισμένες περιοχές νιώθουν ότι το κράτος δεν είναι κοινός θεσμός, αλλά εχθρική δύναμη. Έτσι, το κράτος γίνεται ταυτόχρονα πολύ ισχυρό ως αστυνομία και πολύ αδύναμο ως πατρίδα.

Αυτή είναι η κεντρική πολιτική κρίση της Γαλλίας.

Ο Μακρονισμός είναι η ιδεολογία αυτής της αντίφασης. Από τη μία, εκπροσωπεί την τεχνοκρατική, ευρωπαϊστική, παγκοσμιοποιημένη Γαλλία των κέντρων, των αγορών, των χρηματοροών, των μητροπολιτικών ελίτ. Από την άλλη, κυβερνά μια χώρα όπου μεγάλα κοινωνικά τμήματα νιώθουν εγκαταλελειμμένα: τα προάστια, η επαρχία, οι εργάτες που χάθηκαν με την αποβιομηχάνιση, οι μικρομεσαίοι που συμπιέζονται, οι νέοι που δεν βλέπουν ανοδική κινητικότητα.

Γι’ αυτό και η Γαλλία μοιάζει να ζει πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα: τα Κίτρινα Γιλέκα ήταν η εξέγερση της περιφερειακής και λαϊκής Γαλλίας. Οι ταραχές των banlieues είναι η έκρηξη της αποκλεισμένης μεταναστευτικής και μετα-μεταναστευτικής Γαλλίας. Οι ταραχές γύρω από ποδοσφαιρικές νίκες είναι η πιο ωμή μορφή: βία χωρίς πολιτική γλώσσα, αλλά με τεράστιο πολιτικό νόημα.

Ούτε η «δεξιά» απάντηση αρκεί, αν μείνει μόνο στο «νόμος και τάξη». Χωρίς κοινή πολιτική ταυτότητα, ο νόμος γίνεται απλή καταστολή. Ούτε η «αριστερή» απάντηση αρκεί, αν λέει απλώς «φταίει η αστυνομία». Χωρίς κράτος, κοινό σχολείο, ασφάλεια και κανόνες, οι πιο αδύναμοι είναι οι πρώτοι που συνθλίβονται από την παραβατικότητα.

Η κεντρική κοινωνιολογική διάγνωση είναι:

Η Γαλλία περνά από το μοντέλο της ενσωμάτωσης στο μοντέλο της παράλληλης συμβίωσης.

Δηλαδή, δεν έχουμε πια μια κοινωνία που αφομοιώνει, ενσωματώνει, δημιουργεί κοινό πολιτικό άνθρωπο. Έχουμε ομάδες που συνυπάρχουν γεωγραφικά, αλλά όχι αξιακά. Μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά δεν συμμετέχουν στον ίδιο συμβολικό κόσμο. Κατοικούν στο ίδιο κράτος, αλλά δεν νιώθουν ότι ανήκουν στην ίδια ιστορική κοινότητα.

Αυτό εξηγεί γιατί κάθε αφορμή μπορεί να γίνει πυρκαγιά: ένας θάνατος από αστυνομικό, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, μια πολιτική απόφαση, μια φήμη στα social media. Η αφορμή αλλάζει. Η υπόγεια ύλη παραμένει ίδια.

Άρα, σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, οι ταραχές δείχνουν τρία πράγματα.

Πρώτον, κρίση κυριαρχίας. Το κράτος δεν ελέγχει πλήρως τον δημόσιο χώρο. Μπορεί να επέμβει, να συλλάβει, να καταστείλει, αλλά δεν εμπνέει αυτονόητη νομιμοποίηση.

Δεύτερον, κρίση εθνικής αφήγησης. Η Γαλλία δεν ξέρει πλέον τι σημαίνει να είσαι Γάλλος χωρίς είτε να κατηγορηθείς για αποκλεισμό είτε να καταλήξεις σε άδειο πολυπολιτισμικό σύνθημα.

Τρίτον, κρίση κοινωνικής ανόδου. Όταν η εργασία, το σχολείο και η γειτονιά δεν λειτουργούν ως γέφυρες ένταξης, τότε η ταυτότητα οργανώνεται γύρω από θυμό, φυλή, θρησκεία, περιοχή, ομάδα, συμμορία ή απλώς αντι-κρατική διάθεση.

Η τελική ανάλυση λοιπόν είναι αυτή:

Οι ταραχές στη Γαλλία είναι η μορφή που παίρνει μια κοινωνία όταν χάνει το κοινό της κέντρο.

Δεν είναι μόνο ζήτημα μεταναστευτικό. Δεν είναι μόνο ταξικό. Δεν είναι μόνο αστυνομικό. Δεν είναι μόνο πολιτισμικό. Είναι όλα μαζί, επειδή ακριβώς η Γαλλία δεν έχει πια έναν ισχυρό μηχανισμό που να μεταφράζει τις διαφορές σε κοινή πολιτική συμμετοχή.

Η παλιά Γαλλία έλεγε: «Γίνε πολίτης και θα ανήκεις».
Η νέα Γαλλία μοιάζει να λέει: «Ζήσε εδώ, αλλά μόνος σου, με τη δική σου ομάδα, τον δικό σου θυμό, τη δική σου μνήμη, τη δική σου γειτονιά».

Και τότε, όταν πέφτει η νύχτα, η κοινωνία δεν πανηγυρίζει. Ξεσπά.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ: ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ

Η ελληνική περίπτωση δεν είναι ίδια με τη γαλλική. Στη Γαλλία το πρόβλημα είναι ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν αναγνωρίζουν πια το κράτος ως κοινή πατρίδα. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες αναγνωρίζουν ακόμη την Ελλάδα ως πατρίδα, αλλά δεν εμπιστεύονται το ελληνικό κράτος ως εκφραστή της πατρίδας.

Στη Γαλλία η κρίση εκρήγνυται στον δρόμο. Στην Ελλάδα η κρίση συσσωρεύεται μέσα στην απογοήτευση, στην ειρωνεία, στην ιδιώτευση, στη φυγή, στην αίσθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει».

Η Γαλλία έχει κρίση κοινής ταυτότητας.

Η Ελλάδα έχει κρίση θεσμικής εμπιστοσύνης.

Στη Γαλλία το ερώτημα είναι: ποιος ανήκει στη Γαλλία;
Στην Ελλάδα το ερώτημα είναι: ποιος υπηρετεί πραγματικά την Ελλάδα;

Ο πολίτης μπορεί να αγαπά τη σημαία, την ιστορία, τον τόπο, την οικογένεια, την εκκλησία, το χωριό, τη μνήμη, αλλά να θεωρεί ταυτόχρονα ότι το κράτος είναι ξένο σώμα: πελατειακό, αθηνοκεντρικό, γραφειοκρατικό, αναξιόπιστο, συχνά αδιάφορο ή και εχθρικό προς τον ίδιο τον πολίτη. Δεν έχουμε λοιπόν διάλυση της εθνικής ταυτότητας με τον γαλλικό τρόπο. Έχουμε διάσταση ανάμεσα στο έθνος και στο κράτος.

Ο Έλληνας δεν έχει πάψει να νιώθει Έλληνας. Έχει πάψει να πιστεύει ότι το κράτος του λειτουργεί ελληνικά.

Στη Γαλλία οι ταραχές δείχνουν μια κοινωνία που δεν έχει κοινό συμβολικό κέντρο. Στην Ελλάδα η απουσία εξέγερσης σημαίνει συχνά κόπωση. Η ελληνική κοινωνία δεν εκρήγνυται όπως η γαλλική, γιατί έχει άλλους μηχανισμούς απορρόφησης: οικογένεια, μικρή ιδιοκτησία, τοπικότητα, ιδιωτικές λύσεις, μετανάστευση των νέων, πελατειακές εξαρτήσεις, κυνισμό.

Εκεί που ο Γάλλος νέος του προαστίου μπορεί να συγκρουστεί με την αστυνομία, ο Έλληνας νέος συχνά φεύγει για το εξωτερικό ή αποσύρεται σε μια ιδιωτική ζωή χωρίς προσδοκία από το δημόσιο.

Αυτή είναι η ελληνική μορφή αποσύνθεσης: όχι φωτιά στους δρόμους, αλλά σιωπηλή αποχώρηση από το κοινό μέλλον.

Η Ελλάδα δεν έχει banlieues με τη γαλλική έννοια. Έχει όμως περιφέρειες που νιώθουν εγκαταλειμμένες. Έχει χωριά που αδειάζουν. Έχει νησιά που θυμούνται το κράτος μόνο όταν υπάρχει κρίση. Έχει Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο, Αιγαίο, Κύπρο, που συχνά αντιμετωπίζονται από το κέντρο όχι ως οργανικά μέρη εθνικής στρατηγικής, αλλά ως φάκελοι διαχείρισης. Η Αθήνα λειτουργεί πολλές φορές όπως τα παρισινά κέντρα που περιγράφει ο Husson: ως μητροπολιτική ελίτ που μιλά εξ ονόματος της χώρας, αλλά δεν ζει τις αγωνίες της χώρας.

Στη Γαλλία η αποτυχία είναι η ενσωμάτωση.

Στην Ελλάδα η αποτυχία είναι η εκπροσώπηση.

Ο Έλληνας δεν ζητά να ενσωματωθεί στο κράτος του. Είναι ήδη μέρος του έθνους. Ζητά να μη νιώθει ότι το κράτος τον κοροϊδεύει.

Γι’ αυτό η ελληνική κρίση έχει τόσο έντονο αντιθεσμικό φορτίο. Δεν είναι πάντα αντιπατριωτικό. Συχνά είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι πατριωτική αγανάκτηση απέναντι σε ένα κράτος που θεωρείται κατώτερο της ιστορίας, των κινδύνων και των θυσιών του ελληνισμού. Ο πολίτης δεν λέει «δεν με νοιάζει η Ελλάδα». Λέει: «αυτοί που κυβερνούν δεν είναι στο ύψος της Ελλάδας».

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά με τη Γαλλία. Η Γαλλία φοβάται ότι χάνει το κοινό της σώμα. Η Ελλάδα φοβάται ότι έχει κοινό σώμα, αλλά όχι άξια κεφαλή.

Η γαλλική κρίση παράγει σύγκρουση ταυτοτήτων. Η ελληνική κρίση παράγει δυσπιστία προς κάθε επίσημη αφήγηση. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα ο κόσμος δυσκολεύεται να πιστέψει τις ανακοινώσεις, τις επιτροπές, τις υποσχέσεις, τις μεταρρυθμίσεις, τα «θα», τα «σχέδια», τις «εθνικές στρατηγικές». Η δυσπιστία δεν είναι τυχαία. Είναι ιστορικά συσσωρευμένη εμπειρία διαψεύσεων.

Το ελληνικό κράτος ζητά εμπιστοσύνη, αλλά συχνά προσφέρει διαχείριση. Ζητά υπομονή, αλλά δεν δίνει λογοδοσία. Ζητά εθνική ενότητα, αλλά λειτουργεί πελατειακά. Ζητά θυσίες, αλλά δεν πείθει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο. Έτσι, η κοινωνία μένει πατριωτική στο βάθος, αλλά δύσπιστη στην επιφάνεια. Αγαπά την πατρίδα, αλλά δεν εμπιστεύεται τους διαχειριστές της.

Αυτό είναι το ελληνικό παράδοξο.

Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει σήμερα από μια γαλλικού τύπου αστική έκρηξη. Κινδυνεύει από την απώλεια πίστης ότι υπάρχει συλλογικό σχέδιο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τα τρένα, τα σύνορα, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, τη δημόσια περιουσία, τότε δεν χρειάζεται να επαναστατήσει. Απλώς αποσύρει την εμπιστοσύνη του. Και όταν αποσύρει την εμπιστοσύνη του, το κράτος υπάρχει τυπικά, αλλά δεν εμπνέει.

Άρα, η ελληνική κρίση δεν είναι κρίση «κοινής ταυτότητας» όπως στη Γαλλία. Είναι κρίση κοινής εμπιστοσύνης.

Η Γαλλία ρωτά:
μπορούμε ακόμη να ζήσουμε ως ένας λαός;

Η Ελλάδα ρωτά:
υπάρχει ακόμη κράτος άξιο αυτού του λαού;

Και αυτό είναι ίσως πιο βαρύ, γιατί η Ελλάδα έχει ακόμη ισχυρά αποθέματα ταυτότητας, μνήμης και ιστορικής συνοχής. Δεν της λείπει η ψυχή. Της λείπει η οργανωμένη πολιτική βούληση που θα μετατρέψει αυτή την ψυχή σε κράτος, στρατηγική, παραγωγή, παιδεία, δικαιοσύνη και ισχύ.

Η Γαλλία καίγεται όταν χάνει τον κοινό νόμο.
Η Ελλάδα σιωπά όταν δεν πιστεύει πια ότι ο νόμος είναι κοινός.

Και η σιωπή, καμιά φορά, είναι πιο επικίνδυνη από τη φωτιά.

anixneusis.gr

Back to top button