breaking newsΕλλάδα

Μακροζωία χωρίς καλή υγεία! Οι Έλληνες περνούν σχεδόν 12 χρόνια με ασθένεια ή αναπηρία

doctor holding red stethoscope

Οι Έλληνες ζουν περισσότερο, αλλά τα επιπλέον χρόνια ζωής δεν είναι απαραιτήτως και χρόνια υγείας, αυτονομίας και καλής καθημερινότητας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μεγάλης διεθνούς μελέτης για το λεγόμενο «χάσμα νοσηρότητας», δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο συνολικό προσδόκιμο ζωής και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2023, ένας άνθρωπος στην Ελλάδα αναμένεται να περάσει κατά μέσο όρο περίπου 11,9 χρόνια της ζωής του με κάποια ασθένεια, αναπηρία ή κατάσταση που περιορίζει την καθημερινή του λειτουργικότητα. Το διάστημα αυτό αντιστοιχεί στο 14,7% της συνολικής διάρκειας ζωής – περίπου ένας στους επτά χρόνους.

Το 1990, το αντίστοιχο χάσμα στην Ελλάδα υπολογιζόταν στα δέκα χρόνια. Μέσα σε διάστημα τριών δεκαετιών αυξήθηκε κατά 1,9 χρόνια ή περίπου 18%, όπως επισημαίνεται και στο σχετικό δημοσίευμα του Ygeiamou.gr.

Τι είναι το «χάσμα νοσηρότητας»

Το χάσμα νοσηρότητας –διεθνώς morbidity gap– υπολογίζεται αφαιρώντας το προσδόκιμο υγιούς ζωής από το συνολικό προσδόκιμο ζωής.

Δεν σημαίνει ότι κάθε Έλληνας θα αρρωστήσει σε μια συγκεκριμένη ηλικία και θα παραμείνει ασθενής για ακριβώς 11,9 συνεχόμενα χρόνια πριν από τον θάνατό του. Πρόκειται για έναν μέσο πληθυσμιακό δείκτη, ο οποίος αποτυπώνει τον χρόνο που ζει ένας πληθυσμός με νόσους, αναπηρίες ή άλλους περιορισμούς της υγείας.

Μία από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις της μελέτης είναι ότι τα προβλήματα αυτά δεν συγκεντρώνονται αποκλειστικά στα τελευταία χρόνια της ζωής. Το χάσμα διευρύνεται σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή, καθώς χρόνιες παθήσεις μπορούν να εμφανιστούν αρκετά νωρίς και να συνοδεύουν τον άνθρωπο για δεκαετίες.

Η μεγαλύτερη διεθνής ανάλυση

Η έρευνα βασίστηκε στις εκτιμήσεις του Global Burden of Disease 2023 και εξέτασε τις μεταβολές στο προσδόκιμο ζωής και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής σε 204 χώρες και περιοχές, κατά την περίοδο 1990-2023.

Η επιστημονική εργασία δημοσιεύθηκε στο The Lancet Public Health με τίτλο «Global, regional, and national trends in the morbidity gap and contributing diseases, injuries, and risk factors, 1990-2023». Σύμφωνα με την πρωτότυπη δημοσίευση, οι εκτιμήσεις δείχνουν διεύρυνση του χάσματος νοσηρότητας στις 203 από τις 204 χώρες και περιοχές που αναλύθηκαν.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το μέσο προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε από 64,6 χρόνια το 1990 σε 73,8 χρόνια το 2023. Την ίδια περίοδο, το προσδόκιμο υγιούς ζωής αυξήθηκε από 55,9 σε 63,1 χρόνια.

Η ανθρωπότητα, επομένως, κέρδισε περίπου 9,2 χρόνια συνολικής ζωής, αλλά μόνο 7,2 χρόνια υγιούς ζωής. Αυτή η διαφορά εξηγεί γιατί το παγκόσμιο χάσμα νοσηρότητας αυξήθηκε από 8,8 χρόνια το 1990 σε 10,7 χρόνια το 2023.

Σε ποσοστιαία βάση, ο μέσος άνθρωπος περνούσε το 13,6% της ζωής του με προβλήματα υγείας το 1990. Το 2023 το ποσοστό είχε αυξηθεί στο 14,5%.

Η αντίφαση της ιατρικής προόδου

Τα στοιχεία αναδεικνύουν μία από τις μεγάλες αντιφάσεις της σύγχρονης εποχής. Η ιατρική πρόοδος, τα νέα φάρμακα, οι χειρουργικές τεχνικές, οι εμβολιασμοί και η βελτίωση της επείγουσας περίθαλψης έχουν μειώσει σημαντικά τη θνησιμότητα από πολλές σοβαρές ασθένειες.

Περισσότεροι άνθρωποι επιβιώνουν από παθήσεις οι οποίες παλαιότερα θα οδηγούσαν γρηγορότερα στον θάνατο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πάντοτε ότι θεραπεύονται πλήρως ή ότι συνεχίζουν τη ζωή τους χωρίς περιορισμούς.

Έτσι, εκατομμύρια άνθρωποι ζουν για πολλά χρόνια με χρόνιες παθήσεις οι οποίες μπορεί να μην είναι άμεσα θανατηφόρες, αλλά επηρεάζουν την κινητικότητα, την ψυχική υγεία, την εργασία, την κοινωνική συμμετοχή και την ανεξαρτησία τους.

Η ανθρωπότητα πέτυχε, σε σημαντικό βαθμό, να καθυστερήσει τον θάνατο. Δεν έχει πετύχει στον ίδιο βαθμό να καθυστερήσει την εμφάνιση της ασθένειας και της αναπηρίας.

Οι παθήσεις που «κλέβουν» υγιή χρόνια

Περισσότερα από τα μισά χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας συνδέονται με έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό χρόνιων, κυρίως μη θανατηφόρων παθήσεων.

Οι μυοσκελετικές διαταραχές βρίσκονται στην κορυφή της σχετικής λίστας, με την οσφυαλγία να αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες μακροχρόνιου περιορισμού. Ο χρόνιος πόνος στη μέση, οι παθήσεις των αρθρώσεων και τα προβλήματα κινητικότητας μπορεί να μη μειώνουν δραματικά το προσδόκιμο ζωής, περιορίζουν όμως σοβαρά την ποιότητά της.

Ακολουθούν οι ψυχικές διαταραχές, κυρίως η κατάθλιψη και το άγχος, οι οποίες μπορούν να επιβαρύνουν τον άνθρωπο για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Σημαντική είναι και η συμβολή των παθήσεων των αισθητηρίων οργάνων, με χαρακτηριστικότερη την απώλεια ακοής λόγω ηλικίας, καθώς και των ακούσιων τραυματισμών, όπως οι πτώσεις. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες, μαζί με άλλα χρόνια μη μεταδοτικά νοσήματα, αντιστοιχούσαν στο 57,4% των ετών κακής υγείας παγκοσμίως το 2023.

Οι παράγοντες κινδύνου

Η μελέτη αναδεικνύει και τη σημασία παραγόντων κινδύνου οι οποίοι, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, μπορούν να τροποποιηθούν.

Το αυξημένο σάκχαρο αίματος και ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους παράγοντες που διευρύνουν το χάσμα νοσηρότητας. Η παχυσαρκία, η κακή διατροφή, η ανεπαρκής σωματική δραστηριότητα και η καθυστερημένη αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περισσότερα χρόνια ζωής με ασθένεια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι χρόνιες παθήσεις μπορούν να προληφθούν ή ότι η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο τον ασθενή. Η πρόσβαση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, οι κοινωνικές ανισότητες, οι συνθήκες εργασίας, το εισόδημα και το περιβάλλον επηρεάζουν καθοριστικά την υγεία ενός πληθυσμού.

Οι γυναίκες ζουν περισσότερο αλλά υποφέρουν περισσότερα χρόνια

Η ανάλυση κατέγραψε επίσης μια σταθερή διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από τους άνδρες, αλλά περνούν και περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας ή αναπηρία.

Πρόκειται για ένα εύρημα που παρατηρείται σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές και σε όλα τα επίπεδα κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των γυναικών δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχη παράταση της ζωής χωρίς προβλήματα υγείας.

Το στοίχημα της υγιούς γήρανσης

Το κεντρικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η επιτυχία ενός συστήματος υγείας δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το πόσο παρατείνει τη ζωή, αλλά και από το πόσο διατηρεί τον άνθρωπο υγιή, λειτουργικό και ανεξάρτητο.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ισχυρότερη πρόληψη, τακτικούς προσυμπτωματικούς ελέγχους, αποτελεσματική πρωτοβάθμια περίθαλψη, έγκαιρη διαχείριση των χρόνιων παθήσεων, υπηρεσίες αποκατάστασης και ουσιαστική ενίσχυση της ψυχικής υγείας.

Απαιτεί ακόμη πολιτικές για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, του διαβήτη, της σωματικής αδράνειας και της κακής διατροφής, αλλά και καλύτερη υποστήριξη των ηλικιωμένων, ώστε να διατηρούν την κινητικότητα και την αυτονομία τους.

Όπως υπογραμμίζει και το Ινστιτούτο Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η μακροζωία. Είναι η επέκταση της υγιούς ζωής.

Για την Ελλάδα, τα σχεδόν 12 χρόνια νοσηρότητας αποτελούν ένα σαφές προειδοποιητικό μήνυμα: δεν αρκεί να προσθέτουμε χρόνια στη ζωή. Πρέπει να προσθέσουμε υγεία, αυτονομία και αξιοπρέπεια στα χρόνια που ήδη κερδίσαμε.

Back to top button