Του Μάριου Πούλλαδου, ΣΗΜΕΡΙΝΗ
Λίγους μήνες πριν από την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ουάσιγκτον είχε ήδη διαμορφώσει την πολιτική που θα ακολουθούσε απέναντι στην ισχυρή παρουσία του ΑΚΕΛ και της ΠΕΟ στο νέο κράτος. Σύμφωνα με το απόρρητο έγγραφο, «U.S. Policy Toward Cyprus», της 9ης Φεβρουαρίου 1960, το οποίο εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και στη συνέχεια από τον Πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, υπήρχαν σαφείς ανησυχείες και δόθηκαν οι κατευθύνσεις που θα ακολουθούσε η αμερικανική πολιτική στην Κύπρο.
Οι ΗΠΑ εκτιμούσαν ότι, «μακροπρόθεσμα, η σοβαρότερη απειλή για την πολιτική κυριαρχία του Μακαρίου και το μέλλον μιας ανεξάρτητης Κύπρου προέρχεται από τους κομμουνιστές». Το ΑΚΕΛ περιγραφόταν ως η μοναδική καλά οργανωμένη πολιτική δύναμη στο νησί, ενώ η ισχύς του αποδιδόταν, μεταξύ άλλων, στο συνδικαλιστικό της βραχίωνα την ΠΕΟ, την οποία το έγγραφο υπολόγιζε σε περίπου 35.000 μέλη και θεωρούσε ότι επέτρεπε στο κόμμα να κυριαρχεί στο οργανωμένο εργατικό κίνημα.
Η Ουάσιγκτον δεν περιορίστηκε σε μια πολιτική αξιολόγηση αλλά σύμφωνα με το έγγραφο δόθηκε ρητά η οδηγία «στον βαθμό που είναι εφικτό, να βοηθηθεί η ενίσχυση των μη κομμουνιστικών εργατικών οργανώσεων στην Κύπρο». Το ίδιο έγγραφο προχωρούσε ακόμη περισσότερο καθώς προέβλεπε ετοιμότητα, όπου αυτό κρινόταν κατάλληλο και εφικτό, για ενθάρρυνση της επαναφοράς της απαγόρευσης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κύπρου, καθώς και «διακριτική» ενθάρρυνση της νέας κυπριακής κυβέρνησης να αναπτύξει, να διατηρήσει και να εκπαιδεύσει τις αστυνομικές και υπηρεσίες ασφαλείας της για την αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής υπονόμευσης».
Μακροπρόθεσμος στόχος των ΗΠΑ περιγράφεται ως μια πολιτικά σταθερή Κύπρο, πρόθυμη και ικανή να αντισταθεί στην κομμουνιστική υπονόμευση, με φιλοδυτικό προσανατολισμό και με διασφαλισμένα τα δυτικά στρατιωτικά και επικοινωνιακά συμφέροντα στο νησί.
Το πιο πάνω έγγραφο ήταν ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Τα αμερικανικά αρχεία του 1959 και του 1960 μας επιτρέπουν σήμερα να παρακολουθήσουμε σχεδόν βήμα προς βήμα τις εξελίξεις. Από τις συνομιλίες με τον Μακάριο για το ΕΔΜΑ και την αντιμετώπιση του ΑΚΕΛ, στις εκτιμήσεις του διευθυντή της CIA Άλεν Ντάλες και, μετά την ανεξαρτησία, στις συγκεκριμένες προτάσεις της αμερικανικής πρεσβείας για ενίσχυση και αναδιοργάνωση της ΣΕΚ απέναντι στην ΠΕΟ.
Το ΕΔΜΑ μέσα από τις συνομιλίες του Μακαρίου
Ήδη από τις 19 Μαΐου 1959, απόρρητο τηλεγράφημα του αμερικανικού Γενικού Προξενείου στη Λευκωσία κατέγραφε συνομιλία με τον Μακάριο για το Ενιαίο Δημοκρατικό Μέτωπο Αναδημιουργίας, το ΕΔΜΑ. Η συζήτηση έγινε με αφορμή ερώτηση για τη μη συμμετοχή του ΑΚΕΛ στο σχήμα.
Σύμφωνα με την καταγραφή του Αμερικανού διπλωμάτη Τέιλορ Μπέλτσερ, ο Μακάριος εξήγησε ότι, όταν εισηγήθηκε τη δημιουργία του ΕΔΜΑ μετά την επιστροφή του στην Κυπρο. Ο Αρχιεπίσκοπος έβλεπε την οργάνωση ως το πολιτικό του όχημα που θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις οι οποίες αντιτίθεντο στον κομμουνισμό. Εμφανιζόταν μάλιστα, σύμφωνα με το έγγραφο, «χαρόυμενος» για το γεγονός ότι η Αριστερά δεν είχε ενταχθεί στο ΕΔΜΑ.
«Πίστευε ότι ο τρόπος για να νικηθούν οι κομμουνιστές ήταν η Δεξιά να προωθήσει ένα πρόγραμμα το οποίο θα ήταν εξίσου καλό ή καλύτερο από εκείνο της Αριστεράς.», σημειώνει το έγγραφο αξιολογώντας την στάση του Μακαρίου.
Η συνέντευξη που έβγαλε τη σύγκρουση Μακαρίου–Γρίβα στην επιφάνεια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνέντευξη του Μακαρίου στον δημοσιογράφο Grebence, η οποία δημοσιεύθηκε στη Washington Star στις 5 Ιουλίου 1959 και έφερε στο προσκήνιο τις ήδη υπάρχουσες διαφορές του Αρχιεπισκόπου με τον Γεώργιο Γρίβα. Όπως καταγράφεται σε αμερικανικό διπλωματικό τηλεγράφημα της 10ης Ιουλίου 1959, ο Μακάριος ξεκαθάριζε στη συνέντευξη ότι εκείνος και όχι ο Γρίβας θα κυβερνούσε την Κύπρο, ενώ υπογράμμιζε ότι οι οργανώσεις της Δεξιάς όφειλαν να λειτουργούν σύμφωνα με τους δημοκρατικούς κανόνες.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εκτίμηση που διατυπώνεται σε τηλεγράφημα του αμερικανικού Προξενείου στη Λευκωσία της 25ης Ιουλίου 1959. Συγκεκριμένα σημειώνεται πως η σύγκρουση Γρίβα–Μακαρίου «βγήκε σκόπιμα στην επιφάνεια από τον Μακάριο», καθώς ο Αρχιεπίσκοπος θεωρούσε προτιμότερο να ξεκαθαρίσει τις διαφορές τους τότε παρά αργότερα.
Στο ίδιο έγγραφο καταγράφεται ότι ο Μακάριος γνώριζε το περιεχόμενο του άρθρου και ήταν έτοιμος να επιτρέψει τη δημοσίευσή του όπως είχε γραφτεί. Κατά την αμερικανική εκτίμηση, στόχος του ήταν να εδραιώσει την πολιτική του κυριαρχία στο εσωτερικό πριν από τις σημαντικές και αμφιλεγόμενες αποφάσεις που θα ακολουθούσαν για ζητήματα όπως οι βρετανικές βάσεις και οι χωριστοί δήμοι.
Η συσπείρωση γύρω από τον Μακάριο
Σε δεύτερο απόρρητο τηλεγράφημα, στις 25 Ιουλίου 1959, ο Μπέλτσερ εκτιμούσε ότι ο Μακάριος είχε ενισχύσει τη θέση του, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη στήριξη από υπουργούς, το ΕΔΜΑ και επιχειρηματικούς κύκλους.
Κατά την αμερικανική αποτίμηση, ακόμη και επικριτικά στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΔΜΑ είχαν συσπειρωθεί γύρω του, θεωρώντας ότι οι εσωτερικές διαιρέσεις θα ωφελούσαν τους κομμουνιστές.
Έχει ανδιαφέρον ότι στη δημοσιευμένη έκδοση παραμένουν μη αποχαρακτηρισμένες δύο παράγραφοι. Το περιεχόμενό τους δεν είναι ακόμη γνωστό.
Η CIA και οι απόρρητες γραμμές
Η CIA εμφανίζεται στο ανώτατο επίπεδο αξιολόγησης της κυπριακής κατάστασης. Σε ενημέρωση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας στις 11 Νοεμβρίου 1959, ο διευθυντής της, Άλεν Ντάλες, εμφανίζεται αισιόδοξος για την ομαλή μετάβαση της Κύπρου στην ανεξαρτησία, διατυπώνει όμως μια ιδιαίτερα σκληρή εκτίμηση για την εσωτερική κατάσταση:
«Οι Κύπριοι ήταν βίαιος λαός και η χώρα διέθετε ένα ισχυρό, σκληροπυρηνικό κομμουνιστικό στοιχείο, το οποίο προς το παρόν περίμενε την κατάλληλη στιγμή και δεν κατέβαλλε καμία προσπάθεια να παρεμποδίσει τη μετάβαση στην ανεξαρτησία».
Σε αυτό το σημείο το δημοσιευμένο αμερικανικό αρχείο σταματά. Οι επόμενες 3,5 γραμμές της ενημέρωσης του διευθυντή της CIA παραμένουν μη αποχαρακτηρισμένες, με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστό τι ακριβώς ακολούθησε την αναφορά του Ντάλες στον κομμουνιστικό παράγοντα της Κύπρου.
Τρεις μήνες αργότερα, οι ανησυχίες που καταγράφονταν στην ενημέρωση του Ντάλες αποκτούσαν πλέον τη μορφή επίσημης αμερικανικής πολιτικής. Στις 9 Φεβρουαρίου 1960 ο Αϊζενχάουερ ενέκρινε, το έγγραφο-πολοτικής και έπειτα το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τις εκτιμήσεις στις συγκεκριμένες ενέργειες. Και ένα από τα πεδία στα οποία αυτό αποτυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια είναι το κυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα.
Το σχέδιο για τη ΣΕΚ και η αλλαγή ηγεσίας
Η παρέμβαση στον συνδικαλιστικό χώρο περιγράφεται συγκεκριμένα στην απόρρητη αναφορά της 11ης Οκτωβρίου 1960, με υπογραφή του Αμερικανού πρέσβη Φρέιζερ Γουίλκινς.
Η αμερικανική πρεσβεία πρότεινε εκπαίδευση στελεχών της ΣΕΚ στις ΗΠΑ και αποστολή Αμερικανού συνδικαλιστικού οργανωτή στην Κύπρο για τουλάχιστον έξι μήνες. Αντιμετώπιζε, παράλληλα, την απομάκρυνση του γενικού γραμματέα Μιχαλάκη Πίσσα ως προϋπόθεση αποτελεσματικής αναδιοργάνωσης απέναντι στην ΠΕΟ, όπως προκύπτει από την ίδια αμερικανική αναφορά.
Σύμφωνα με το έγγραφο, ο Μακάριος αναγνώριζε την ανάγκη αντικατάστασής του, αλλά προτιμούσε να κινηθεί η ίδια η ΣΕΚ ή να αποχωρήσει εκείνος, ώστε να μην εμφανιστεί κυβερνητική ανάμειξη στη διοίκησή της.
Το ίδιο αποχαρακτηρισμένο αμερικανικό έγγραφο καταγράφει επίσης διερεύνηση συνδικαλιστικής εκπροσώπησης στην Cyprus Mines Corporation μέσω κοινής επιτροπής της ΣΕΚ και της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας, με αποκλεισμό της ΠΕΟ.
Η πρεσβεία ανέφερε ότι είχε συζητήσει το ενδεχόμενο τόσο με την εταιρεία όσο και με την τουρκοκυπριακή πλευρά.
Στο έγγραφο αναφέρεται και το ποσό των 12.000 λιρών και σχετίζεται με το χρέος της ΣΕΚ και όχι καταβολή αμερικανικής βοήθειας.
Η Ουάσιγκτον απαντά θετικά επί της αρχής
Στις 18 Νοεμβρίου 1960, ο Γουίλκινς επανερχόταν με τηλεγράφημα στο αίτημα για συνδικαλιστικό πρόγραμμα, σημειώνοντας ότι η πρεσβεία ανέμενε απάντηση από την Ουάσιγκτον. Η αναφορά αυτή επιτρέπει να διαχωριστεί η αρχική εισήγηση από την επόμενη κυβερνητική ανταπόκριση.
Η απάντηση ήρθε στις 17 Δεκεμβρίου. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωνε ουσιαστική συμφωνία με τις προτάσεις, περιορίζοντας όμως την πιθανή παραμονή Αμερικανού συνδικαλιστή σε ενενήντα ημέρες.
Η αποστολή του θα περιλάμβανε οργανωτικές αλλαγές, πίεση για πιο δραστήρια ηγεσία και σχεδιασμό εργατικής εκπαίδευσης. Η Ουάσιγκτον ζητούσε επίσης να πληροφορηθεί πόσοι Κύπριοι μπορούσαν να συμμετέχουν ταυτόχρονα σε πρόγραμμα στις ΗΠΑ.