Τη διατήρηση των τουρκικών εγγυήσεων και της στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο ως απαραίτητη προϋπόθεση οποιασδήποτε μελλοντικής διευθέτησης του Κυπριακού προβάλλει άρθρο γνώμης του Cenk Kaan Adasoy στη Sabah, με μία επιχειρηματολογία που επιχειρεί να συνδέσει τη σημερινή κατάσταση στο νησί με την ιστορική πορεία της Κρήτης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι την ένωση με την Ελλάδα.
Το μήνυμα του άρθρου συμπυκνώνεται στη φράση «η Κύπρος δεν πρέπει να γίνει Κρήτη».
Με βάση αυτή τη λογική, ο αρθρογράφος προειδοποιεί την τουρκοκυπριακή πλευρά να μην αποδεχθεί ούτε την κατάργηση ούτε τη σταδιακή αποδυνάμωση των τουρκικών εγγυήσεων, ενώ αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία οποιαδήποτε πρόταση αντικατάστασης του σημερινού συστήματος ασφαλείας από έναν διεθνή ή ευρωπαϊκό μηχανισμό.
Ο παραλληλισμός με την Κρήτη
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας βρίσκεται η ιστορική εξέλιξη της Κρήτης.
Το άρθρο ανατρέχει στην κρητική εξέγερση του 1897, στην επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και στην αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων από το νησί. Ακολουθεί η δημιουργία της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και τελικά η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Μέσω αυτής της ιστορικής αναδρομής επιχειρείται να υποστηριχθεί ότι μία αρχικά περιορισμένη μεταβολή στο σύστημα ασφαλείας της Κύπρου θα μπορούσε να οδηγήσει, σε βάθος χρόνου, σε αποτελέσματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που θα προβλέπει μια πρώτη συμφωνία.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο κίνδυνος δεν βρίσκεται απαραίτητα σε μία άμεση απόφαση για πλήρη κατάργηση των τουρκικών εγγυήσεων.
Βρίσκεται στη σταδιακή αποδυνάμωσή τους, μέσω αλλεπάλληλων συμφωνιών, μεταβατικών ρυθμίσεων και επαναδιαπραγματεύσεων.
«Μηδέν στρατεύματα, μηδέν εγγυήσεις»
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και στον ρόλο της Τουρκίας, της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το άρθρο επαναφέρει τη μεγάλη διαφωνία που είχε καταγραφεί στις διαπραγματεύσεις του Κραν Μοντανά το 2017, με επίκεντρο τη λογική του «μηδέν στρατεύματα, μηδέν εγγυήσεις».
Για τον αρθρογράφο της Sabah, μια τέτοια εξέλιξη θα αφαιρούσε από την Τουρκία τον βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου θεωρεί ότι μπορεί να διασφαλίζει την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Εξίσου αρνητικά αντιμετωπίζονται σενάρια για δημιουργία ενός νέου, περισσότερο διεθνοποιημένου συστήματος ασφάλειας.
Η προοπτική συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών παραγόντων παρουσιάζεται ως προσπάθεια «πολυμεροποίησης» του σημερινού ρόλου της Τουρκίας, η οποία θα μπορούσε σταδιακά να περιορίσει την παρουσία και την επιρροή της Άγκυρας στο νησί.
Επιφυλάξεις για τη γραμμή Έρχιουρμαν
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στον Τουφάν Έρχιουρμαν και στην πολιτική κατεύθυνση που ακολουθεί στο Κυπριακό.
Το άρθρο υπενθυμίζει τη δήλωσή του ότι καμία συμφωνία επίλυσης δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή χωρίς τη συγκατάθεση της Τουρκίας, παρουσιάζοντάς την ως επιβεβαίωση του κεντρικού ρόλου που διεκδικεί η Άγκυρα.
Ωστόσο, η Sabah εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στην επιλογή του Έρχιουρμαν να παραμένει στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αντιπαραβάλλεται με τη γραμμή του προκατόχου του, Ερσίν Τατάρ, ο οποίος είχε ταχθεί ανοικτά υπέρ της λύσης δύο κρατών.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, μέσα σε ένα ομοσπονδιακό μοντέλο το ζήτημα των εγγυήσεων θα παραμείνει μονίμως ανοικτό προς διαπραγμάτευση, αφήνοντας περιθώριο για τη σταδιακή αποδυνάμωση της τουρκικής παρουσίας.
Η λύση δύο κρατών ως «ασφάλεια»
Εδώ βρίσκεται και το βασικό πολιτικό συμπέρασμα του άρθρου.
Η λύση δύο κρατών παρουσιάζεται ως ασφαλέστερη για την τουρκοκυπριακή πλευρά ακριβώς επειδή, κατά την επιχειρηματολογία του αρθρογράφου, θα μπορούσε να αποσυνδέσει τη στρατιωτική σχέση με την Τουρκία από μία διαρκή διαδικασία διαπραγμάτευσης με την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το διεθνώς αποδεκτό πλαίσιο λύσης του Κυπριακού, το οποίο βασίζεται σε διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Το άρθρο, ωστόσο, παρουσιάζει τη συνέχιση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας όχι ως μεταβατικό στοιχείο μιας λύσης αλλά ως μόνιμη παράμετρο ασφάλειας.
Οι αναφορές σε Ερντογάν και Φιντάν
Για την ενίσχυση της επιχειρηματολογίας του, ο Adasoy επικαλείται επανειλημμένες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τους Τουρκοκύπριους.
Παράλληλα επαναφέρεται η επίσημη τουρκική θέση περί «κυριαρχικής ισότητας και ίσου διεθνούς καθεστώτος» των Τουρκοκυπρίων.
Αναφορά γίνεται και στις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν για τον ρόλο των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στην ασφάλεια του νησιού.
Το μήνυμα είναι σαφές: στο συγκεκριμένο αφήγημα, η παρουσία του τουρκικού στρατού δεν αντιμετωπίζεται ως ένα από τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν μέσα από μία συνολική συμφωνία αλλά ως βασική προϋπόθεση της ίδιας της συμφωνίας.
Στο στόχαστρο και η ελληνοκυπριακή πλευρά
Ιδιαίτερα επικριτικές είναι οι αναφορές στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Το άρθρο επικαλείται δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου για την τουρκική εισβολή, την κατοχή και τον εποικισμό, παρουσιάζοντάς τις ως ένδειξη των βαθιών διαφορών που εξακολουθούν να χωρίζουν τις δύο πλευρές.
Παράλληλα, επικρίνει τις διπλωματικές κινήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας για την αποτροπή επίσημων επαφών ξένων κυβερνήσεων με εκπροσώπους του ψευδοκράτους.
Για την Άγκυρα, η διεθνής αναγνώριση ή τουλάχιστον η αναβάθμιση των επαφών με την τουρκοκυπριακή πλευρά αποτελεί σταθερό στόχο. Αντίθετα, η Κυπριακή Δημοκρατία επιδιώκει να αποτρέψει κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έμμεση αναγνώριση της αποσχιστικής οντότητας.
Η Δυτική Θράκη μπαίνει ξανά στη συζήτηση
Ενδεικτικό της ευρύτερης τουρκικής επιχειρηματολογίας είναι ότι το άρθρο εμπλέκει και τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης.
Το ζήτημα χρησιμοποιείται προκειμένου να αμφισβητηθεί κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκή εγγυητή της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων σε περίπτωση κατάργησης του υφιστάμενου συστήματος εγγυήσεων.
Πρόκειται για μια γνωστή σύνδεση διαφορετικών θεμάτων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με την Άγκυρα να εντάσσει Κυπριακό και μειονοτικό σε ένα ευρύτερο αφήγημα προστασίας πληθυσμών που χαρακτηρίζει ως συγγενείς ή ομογενείς.
«Τα τουρκικά στρατεύματα δεν πρέπει να φύγουν»
Το συμπέρασμα του άρθρου είναι απόλυτο.
Τα τουρκικά στρατεύματα δεν πρέπει να αποχωρήσουν από την Κύπρο και η Τουρκία δεν πρέπει να εγκαταλείψει το καθεστώς της εγγυήτριας δύναμης.
Κατά τον αρθρογράφο, οι υφιστάμενες εγγυήσεις δεν πρέπει να αντικατασταθούν από διεθνείς δεσμεύσεις ή από «υποσχέσεις γραμμένες στις Βρυξέλλες ή τη Νέα Υόρκη».
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποτυπώνει μια σχολή σκέψης στην Τουρκία που δεν βλέπει το Κυπριακό πρωτίστως ως πρόβλημα επανένωσης του νησιού, αλλά ως ζήτημα διατήρησης στρατηγικού και στρατιωτικού ελέγχου.
Και ο παραλληλισμός με την Κρήτη υπηρετεί ακριβώς αυτή τη λογική.
Στο τουρκικό αφήγημα που αναπτύσσεται στο άρθρο, το ιστορικό προηγούμενο της Κρήτης χρησιμοποιείται ως προειδοποίηση: πρώτα αποχώρηση στρατευμάτων, μετά διεθνοποίηση, στη συνέχεια μεταβολή των ισορροπιών και, τελικά, πλήρης απώλεια του τουρκικού ελέγχου.
Γι’ αυτό και το σύνθημα «η Κύπρος δεν πρέπει να γίνει Κρήτη» δεν αποτελεί απλώς μία ιστορική αναφορά.
Αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση μιας στρατηγικής αντίληψης που θεωρεί την τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί μόνιμο γεωπολιτικό κεκτημένο και αντιμετωπίζει κάθε σχέδιο περιορισμού της ως απειλή για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.