Σε μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική ανάλυση με τίτλο «Το όριο του Ιουλίου στην ένταση Τουρκίας – ΕΕ», ο γνωστός Τούρκος δημοσιογράφος και αναλυτής Μουράτ Γετκίν επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη νέα παρέμβαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τις σχέσεις Άγκυρας – Βρυξελλών.
Σύμφωνα με τον Γετκίν, η τουρκική ηγεσία θεωρεί πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να περιορίσει προληπτικά την αυξανόμενη γεωπολιτική ισχύ της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σύγκρουση με το Ιράν.
Η χρονική σύμπτωση μόνο τυχαία δεν θεωρείται στην Άγκυρα. Την ίδια ημέρα που ο αντιπρόεδρος της Τουρκίας Τζεβντέτ Γιλμάζ υπέγραφε στο Γερεβάν συμφωνία με τον Αρμένιο πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν για την αποκατάσταση της ιστορικής Γέφυρας του Ανί, ο Ερντογάν εξαπέλυε τη νέα πολιτική του επίθεση κατά της ΕΕ.
Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου ότι «σήμερα η ανάγκη της Ευρώπης για την Τουρκία είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη της Τουρκίας για την Ευρώπη», προειδοποιώντας ότι η εξάρτηση αυτή θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο στο μέλλον.
Παράλληλα, έθεσε ένα σαφές δίλημμα προς τις Βρυξέλλες: είτε η Ευρώπη θα δει την αυξανόμενη δύναμη της Τουρκίας ως ευκαιρία εξόδου από τα στρατηγικά της αδιέξοδα είτε θα επιτρέψει –όπως είπε– στις «αποκλειστικές και προκατειλημμένες φωνές» να σκοτεινιάσουν το μέλλον της ηπείρου.
Ο Μουράτ Γετκίν υποστηρίζει ότι τα λόγια Ερντογάν δεν πρέπει να διαβαστούν απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με την παρέμβαση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κατά τη Σύνοδο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας στην Αρμενία.
Η φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για μια «μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια» που βασίζεται στην ενέργεια, την άμυνα και τη συνδεσιμότητα. Η Άγκυρα, όμως, βλέπει πίσω από αυτή τη ρητορική μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει την Τουρκία όχι ως ισότιμο εταίρο, αλλά ως χρήσιμο στρατιωτικό εργαλείο.
Στην ανάλυση τονίζεται ότι στην τουρκική πολιτική σκέψη ενισχύεται η πεποίθηση πως η ΕΕ θεωρεί την Αρμενία και την Ουκρανία οργανικά μέλη της «ευρωπαϊκής οικογένειας», ενώ αντιμετωπίζει την Τουρκία ως ανεπιθύμητο αλλά αναγκαίο γείτονα, του οποίου η πόρτα χτυπιέται μόνο όταν απαιτείται στρατιωτική ισχύς.
Οι αναφορές Ερντογάν σε «ιστορικές και πολιτικές προκαταλήψεις» αλλά και σε «ειλικρινείς σχέσεις επί ίσοις όροις» ερμηνεύονται ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
Ο Γετκίν επιμένει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να οικοδομήσει αυτόνομη στρατηγική σε Ανατολική Μεσόγειο, Μέση Ανατολή, Μαύρη Θάλασσα και Καύκασο, αν βλέπει την Τουρκία μόνο ως στρατιωτική δύναμη και όχι ως κομβικό γεωπολιτικό παίκτη στην ενέργεια και τις εμπορικές διαδρομές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις του για τον άξονα Ισραήλ – Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον Τούρκο αναλυτή, η Άγκυρα θεωρεί ότι οι τρεις πλευρές ανησυχούν επειδή η Τουρκία ενισχύθηκε γεωπολιτικά κρατώντας αποστάσεις τόσο από τον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και από τη σύγκρουση με το Ιράν.
Κατά τον ίδιο, η τριμερής συνεργασία που ενισχύθηκε μετά τη συνάντηση του Δεκεμβρίου 2025 στην Ιερουσαλήμ αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως «προληπτικό χτύπημα» πριν η Άγκυρα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση της στη μεταπολεμική περίοδο.
Στην ίδια εξίσωση εντάσσει και τη Γαλλία, υποστηρίζοντας ότι το Παρίσι λειτουργεί ως πολιτικός προστάτης της ελληνοκυπριακής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία, ενώ συνδέει ακόμη και την παρουσία του Εμανουέλ Μακρόν στην Αρμενία με αυτή τη γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Η ανάλυση επεκτείνεται και στο επεισόδιο με τον στολίσκο SUMUD που κατευθυνόταν προς τη Γάζα και δέχθηκε επέμβαση ισραηλινών κομάντος ανοιχτά της Κρήτης. Ο Γετκίν επικαλείται μάλιστα τη θέση της ειδικής εισηγήτριας του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη, Φραντσέσκα Αλμπανέζε, η οποία χαρακτήρισε «στρατηγικό λάθος» τη χρήση της Ελλάδας από το Ισραήλ λόγω του φόβου απέναντι στην Τουρκία.
Παράλληλα, επισημαίνει μια «ιστορική αντίφαση»: την ώρα που Ισραήλ, Ελλάδα και Γαλλία συγκρούονται πολιτικά με την Άγκυρα, οι πύραυλοι που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν προς την Τουρκία αναχαιτίστηκαν μέσω του συστήματος συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ.
Ο Γετκίν θεωρεί ότι ο Ιούλιος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για τις σχέσεις Τουρκίας – ΕΕ. Στις 30 Ιουνίου ολοκληρώνεται η εξάμηνη προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και από την 1η Ιουλίου αναλαμβάνει η Ιρλανδία, την οποία η Άγκυρα θεωρεί πιο ισορροπημένη σε ζητήματα όπως η Γάζα και το Ιράν.
Παράλληλα, στις 2 Ιουλίου ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ θα συναντηθεί στην Κωνσταντινούπολη με την επίτροπο Διεύρυνσης της ΕΕ Μάρτα Κος, ενώ λίγες ημέρες αργότερα θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα η Σύνοδος του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, ο Τούρκος αναλυτής καταλήγει με μια σαφή εσωτερική κριτική προς την κυβέρνηση Ερντογάν. Όπως σημειώνει, η Τουρκία δεν έχει κάνει ουσιαστικά βήματα ούτε για την ενίσχυση του κράτους δικαίου ούτε για τη βελτίωση των δημοκρατικών και οικονομικών της προτύπων.
Υπενθυμίζει ότι ζητήματα όπως η εφαρμογή αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή η αντικατάσταση εκλεγμένων δημάρχων από κρατικούς επιτρόπους δεν μπορεί να συνδέονται μόνο με την ενταξιακή προοπτική της χώρας.
Ο Γετκίν καταλήγει ότι το πραγματικό κλειδί τόσο για τη βελτίωση των σχέσεων Τουρκίας – ΕΕ όσο και για την οικονομική και πολιτική σταθερότητα της χώρας είναι ένα αξιόπιστο και ανεξάρτητο σύστημα δικαιοσύνης.
«Αν ο Ερντογάν το βλέπει και αποφασίσει να κάνει όσα χρειάζονται, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Διαφορετικά, και η Τουρκία και η Ευρώπη θα χάσουν», σημειώνει χαρακτηριστικά.