breaking newsΕλλάδα

Αϋφαντής: Τα F-35 και το φετίχ της υποτέλειας

Καμπανάκι κινδύνου για την αναβάθμιση της Τουρκίας στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης έκρουσε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής, κατά την παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική».

Με αφορμή το μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ ενόψει της συνάντησής του με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, αλλά και τις αναφορές του Αμερικανού προέδρου στον «εξαιρετικό σύμμαχο» Ερντογάν, ο κ. Αϋφαντής υποστήριξε ότι η πραγματικότητα διαψεύδει όσους στην Ελλάδα θεωρούσαν πως η Άγκυρα δεν είχε πετύχει τίποτα στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Όπως σημείωσε, η Τουρκία έχει αποκτήσει αυξημένη βαρύτητα στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον, την ώρα που στην Αθήνα εξακολουθεί να κυριαρχεί το αφήγημα της Ελλάδας ως «πυλώνα σταθερότητας».

«Ο πρόεδρος Τραμπ δεν ακούει τους Έλληνες αναλυτές, οι οποίοι μας έλεγαν ότι όσα έκανε ο Ερντογάν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ήταν πεταμένα λεφτά, ότι δεν θα πάρει τίποτα και ότι η Τουρκία δεν έχει καμία αναβάθμιση στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών», ανέφερε σκωπτικά.

Ο πρέσβης ε.τ. ξεκαθάρισε, πάντως, ότι οι δηλώσεις Τραμπ δεν σημαίνουν πως η Τουρκία έχει ήδη εξασφαλίσει την επιστροφή της στο πρόγραμμα των F-35. Υπενθύμισε ότι υπάρχουν σοβαρά νομικά και πολιτικά εμπόδια, ενώ χαρακτήρισε το συγκεκριμένο μαχητικό «ιπτάμενο υπολογιστή», η επιχειρησιακή λειτουργία του οποίου παραμένει στενά συνδεδεμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κατά τον Γιώργο Αϋφαντή, η Άγκυρα ενδιαφέρεται για τα F-35 όχι μόνο λόγω των επιχειρησιακών δυνατοτήτων τους, αλλά και προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στην τεχνολογία χαμηλής παρατηρησιμότητας. Εκτίμησε ότι η τουρκική πλευρά θα επιδιώξει να μελετήσει και να αντιγράψει τεχνολογικά χαρακτηριστικά του αεροσκάφους, ώστε να βελτιώσει το δικό της μαχητικό και να τοποθετήσει δικά της ηλεκτρονικά συστήματα.

«Το F-35 είναι ένα φετίχ. Είναι ταυτόχρονα φετίχ υποτέλειας και φετίχ δύναμης», είπε χαρακτηριστικά.

Δεν απέκλεισε, μάλιστα, το ενδεχόμενο να αναζητηθεί ένας συμβιβασμός ανάμεσα στην Ουάσιγκτον, την Άγκυρα και το Ισραήλ, ο οποίος θα μπορούσε να περιλαμβάνει την παραχώρηση στην Τουρκία παλαιότερων ή υποβαθμισμένων αεροσκαφών. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η αμερικανική στρατηγική αποσκοπεί στο να υπενθυμίσει στο Ισραήλ ότι δεν αποτελεί τον μοναδικό μοχλό της Ουάσιγκτον στην περιοχή.

«Ο στόχος του Τραμπ είναι να καταστήσει την Τουρκία δεύτερο πόλο ισχύος στην περιοχή, όπως παλαιότερα ήταν το Ιράν του Σάχη», υποστήριξε.

Η εξέλιξη αυτή, κατά τον κ. Αϋφαντή, είναι εξαιρετικά αρνητική για την Ελλάδα, καθώς ενισχύει τη θετική προδιάθεση Αμερικανών και Ευρωπαίων απέναντι στις τουρκικές απαιτήσεις. Η Τουρκία, όπως εξήγησε, αντιμετωπίζεται από τη Δύση ως ένα δύσκολο και «ατίθασο» κράτος, το οποίο, όμως, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να υπηρετήσει τα δυτικά συμφέροντα.

Αντίθετα, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως απολύτως δεδομένη και προσδεδεμένη στη λεγόμενη «σωστή πλευρά της Ιστορίας», χωρίς να εξασφαλίζει ουσιαστικά ανταλλάγματα.

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο πρέσβης ε.τ. για τη Διακήρυξη των Αθηνών και την πολιτική των «ήρεμων νερών». Υποστήριξε ότι η Ελλάδα ανέλαβε δεσμεύσεις, ενώ η Τουρκία δεν εγκατέλειψε καμία από τις διεκδικήσεις της. Έφερε ως παράδειγμα το καλώδιο μεταξύ Αστυπάλαιας και Κω, σημειώνοντας ότι η Άγκυρα απαιτεί να ζητηθεί η άδειά της και προχωρεί στην αποστολή πολεμικών πλοίων.

«Τώρα βλέπουμε τους καρπούς της μυωπίας μας και της ενδοτικής πολιτικής», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» συνιστά υπαρξιακή απειλή για την Ελλάδα.

Κατά τον Γιώργο Αϋφαντή, ο πραγματικός κίνδυνος είναι η σταδιακή φινλανδοποίηση της χώρας και η μετατροπή της σε ένα κράτος που θα περιορίζει την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του, προκειμένου να μην προκαλεί την Τουρκία.

«Η αγωνία για την επιβίωση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου και μη φινλανδοποιημένου κράτους, μη φόρου υποτελούς στην Υψηλή Πύλη, δεν αγγίζει αυτούς τους ανθρώπους», τόνισε, εξαπολύοντας βολές κατά του εγχώριου πολιτικού συστήματος.

Ο πρέσβης ε.τ. υποστήριξε ότι στα ελληνοτουρκικά υπάρχει ουσιαστική σύμπλευση μεγάλου μέρους του πολιτικού κόσμου, χωρίς να έχει παρουσιαστεί ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την ακύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την αντιμετώπιση των τουρκικών τετελεσμένων επί του πεδίου.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή, υπενθυμίζοντας ότι είχε υπογράψει τη «Διακήρυξη των 91», με την οποία προσωπικότητες από διαφορετικούς χώρους τούς καλούσαν να αναλάβουν ενεργό πολιτικό ρόλο για την αποτροπή αρνητικών εξελίξεων στα εθνικά θέματα.

Εκτίμησε ότι οι κινήσεις και οι παρεμβάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών δεν έγιναν απλώς για να καταγράψουν τη διαφωνία τους, αλλά εντάσσονται σε μια προσπάθεια αλλαγής της κατεύθυνσης της χώρας. Απέφυγε, ωστόσο, να προκαταλάβει οποιαδήποτε επίσημη πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν αποτελεί εκπρόσωπό του.

«Ο Αντώνης Σαμαράς δεν έκανε όσα έκανε τα τελευταία δύο χρόνια για να εγκατασταθεί στη “μονή Βλατάδων” της πολιτικής και από εκεί να παρακολουθεί τα εγκόσμια», σχολίασε χαρακτηριστικά.

Κλείνοντας, ο Γιώργος Αϋφαντής συνέδεσε την αδυναμία άσκησης δυναμικής εξωτερικής πολιτικής με τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Αναφέρθηκε στην απουσία γεωτρήσεων και μιας ουσιαστικής αναπτυξιακής στρατηγικής, υποστηρίζοντας ότι το μοντέλο της Ελλάδας ως «μπαταρίας της Ευρώπης» βρίσκεται στον αέρα.

Η συνολική εικόνα που παρουσίασε ήταν εκείνη μιας χώρας χωρίς σαφή εθνική στρατηγική, την ώρα που η Τουρκία αναβαθμίζεται, δημιουργεί τετελεσμένα και διεκδικεί ρόλο δεύτερου μεγάλου πόλου ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Back to top button