Σε νέα φάση περνούν οι σχέσεις Ελλάδας και Ινδίας, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται πλέον από τις διπλωματικές διακηρύξεις σε συγκεκριμένα πεδία οικονομικής και γεωστρατηγικής συνεργασίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα λιμάνια, οι υποδομές, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα logistics και η οργανωμένη μετακίνηση εξειδικευμένων και εποχικών εργαζομένων προς την Ελλάδα.
Ο Ινδός υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας, Πιγιούς Γκογιάλ, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», με αφορμή την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα, υπογράμμισε ότι το λιμάνι του Πειραιά μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της συνδεσιμότητας Ινδίας–Ελλάδας και Ινδίας–Ευρώπης.
Όπως ανέφερε, η στρατηγική θέση της Ελλάδας στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για ινδικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα λιμάνια, στις μεταφορές, στις υποδομές, στην πράσινη ενέργεια, στον τουρισμό, στην τεχνολογία και στις υπηρεσίες.
Η αναβάθμιση των ελληνοϊνδικών σχέσεων σε «στρατηγική εταιρική σχέση» έγινε μετά την ιστορική επίσκεψη του πρωθυπουργού της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 2023, την πρώτη Ινδού πρωθυπουργού στην Ελλάδα ύστερα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Ακολούθησε η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ινδία, τον Φεβρουάριο του 2024, που έδωσε νέα ώθηση στη συνεργασία.
Στόχος των δύο πλευρών είναι η σημαντική αύξηση του διμερούς εμπορίου, με έμφαση σε ναυτιλία, logistics, υποδομές, φαρμακευτικά προϊόντα, αγροτικά προϊόντα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ψηφιακές τεχνολογίες.
Κομβικό ρόλο φαίνεται να αποκτά ο Πειραιάς. Σύμφωνα με τον Γκογιάλ, το λιμάνι μπορεί να λειτουργήσει ως βασική πύλη εισόδου των ινδικών προϊόντων στην Ευρώπη, καθώς συνδέεται με οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Η αξιοποίησή του μπορεί να μειώσει το κόστος μεταφορών, να επιταχύνει τη διακίνηση φορτίων και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Στο τραπέζι βρίσκεται και ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, γνωστός ως IMEC, που ανακοινώθηκε στη Σύνοδο της G20 στο Νέο Δελχί το 2023. Η Ινδία τον θεωρεί έργο στρατηγικής σημασίας, καθώς μπορεί να ενισχύσει τις εμπορικές ροές, τα logistics και τη σύνδεση με την ευρωπαϊκή αγορά. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας και ναυτιλιακής παράδοσης, διεκδικεί ρόλο σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην επένδυση της ινδικής GMR Airports σε συνεργασία με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ για το νέο διεθνές αεροδρόμιο στο Καστέλι της Κρήτης, ένα έργο που παρουσιάζεται από την ινδική πλευρά ως παράδειγμα εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία.
Σημαντικό πεδίο συνεργασίας είναι και η μετακίνηση εργατικού δυναμικού. Περισσότεροι από 50.000 Ινδοί εργαζόμενοι απασχολούνται ήδη στην Ελλάδα, ενώ οι δύο πλευρές εξετάζουν τρόπους για πιο οργανωμένη, διαφανή και δομημένη κινητικότητα εξειδικευμένων και εποχικών εργαζομένων. Η Ινδία προβάλλει το νεανικό και καταρτισμένο εργατικό της δυναμικό ως πλεονέκτημα, ενώ η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε κρίσιμους κλάδους.
Παράλληλα, το ευρύτερο πλαίσιο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου Ινδίας–Ευρωπαϊκής Ένωσης ανοίγει νέες προοπτικές και για ελληνικά προϊόντα. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η σταδιακή κατάργηση των δασμών στο ελαιόλαδο μέσα σε πέντε χρόνια, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές ευκαιρίες για Έλληνες παραγωγούς σε μια τεράστια αγορά.
Η εικόνα είναι σαφής: η Ελλάδα επιχειρεί να τοποθετηθεί ως ευρωπαϊκή πύλη της Ινδίας, ενώ το Νέο Δελχί αναζητά ασφαλείς διαδρόμους προς την Ευρώπη, πέρα από τα παραδοσιακά δίκτυα. Σε μια περίοδο όπου η γεωοικονομία αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, η ελληνοϊνδική συνεργασία δεν περιορίζεται πλέον σε ευγενικές διπλωματικές δηλώσεις, αλλά αποκτά πρακτικό περιεχόμενο σε λιμάνια, ενέργεια, εμπόριο, υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό.