breaking newsΕλλάδα

Η Ιστορία προειδοποιεί!Τα μηνύματα Καλίν, η τουρκική στρατηγική και το χρέος της Ελλάδας

Αυτό το άρθρο δεν μπορεί να μην ανοίξει και να μην κλείσει υπό το βάρος της τραγωδίας στην Τανάγρα. Δύο έμπειροι χειριστές της Πολεμικής Αεροπορίας έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος, βυθίζοντας στο πένθος τις οικογένειές τους, τις Ένοπλες Δυνάμεις και ολόκληρο τον Ελληνισμό.

Σε τέτοιες ώρες τα πολλά λόγια περισσεύουν. Η Πολεμική Αεροπορία είναι μια μεγάλη οικογένεια, στην οποία οι ιπτάμενοι γνωρίζονται μεταξύ τους και μοιράζονται καθημερινά τους ίδιους κινδύνους. Η απώλεια δύο στελεχών της είναι πληγή για ολόκληρο το Έθνος. Αιωνία η μνήμη τους.

Η 6η Σεπτεμβρίου και το έγκλημα κατά του Ελληνισμού

Η μαύρη επέτειος της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό γεγονός που πρέπει να θυμόμαστε επετειακά. Αποτελεί μάθημα εθνικής επιβίωσης.

Το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, αλλά και οι διώξεις σε Ίμβρο, Τένεδο και Σμύρνη, δεν υπήρξαν μια αυθόρμητη έκρηξη του τουρκικού όχλου. Ήταν μια οργανωμένη επιχείρηση του τουρκικού κράτους, η οποία εκτελέστηκε μέσα σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό πλαίσιο.

Την 1η Απριλίου 1955 άρχισε ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ στην Κύπρο. Η Βρετανία, αποφασισμένη να διατηρήσει τον έλεγχο της νήσου, επιδίωξε να επαναφέρει την Τουρκία στο Κυπριακό, παρά το γεγονός ότι με τη Συνθήκη της Λωζάννης η Άγκυρα είχε παραιτηθεί από κάθε σχετικό δικαίωμα.

Το Λονδίνο συγκάλεσε την Τριμερή Διάσκεψη με τη συμμετοχή της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, αφήνοντας ουσιαστικά εκτός την ίδια την Κύπρο. Η αποδοχή της ελληνικής συμμετοχής αποδείχθηκε στρατηγικό λάθος. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε προειδοποιήσει ότι επρόκειτο για παγίδα, χωρίς όμως να εισακουστεί.

Η πρόσκληση έδωσε στην Τουρκία την ευκαιρία να επανέλθει επισήμως στην κυπριακή υπόθεση και να εμφανιστεί ως ενδιαφερόμενο μέρος. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να αναπτύσσεται στην Τουρκία ένα μεθοδευμένο ανθελληνικό κλίμα, το οποίο κορυφώθηκε τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου.

Η προβοκάτσια με τη βόμβα στο σπίτι όπου φερόταν να έχει γεννηθεί ο Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα. Οι εφημερίδες ήταν έτοιμες, τα σπίτια και τα καταστήματα των Ελλήνων είχαν προηγουμένως καταγραφεί και σημαδευτεί, ενώ οργανωμένες ομάδες μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να εκτελέσουν το σχέδιο.

Ακολούθησαν λεηλασίες, καταστροφές ναών και νεκροταφείων, βιασμοί, δολοφονίες και η οικονομική εξόντωση μιας ιστορικής κοινότητας. Το μήνυμα δεν απευθυνόταν μόνο στους Έλληνες της Πόλης. Απευθυνόταν προς την Αθήνα, η οποία αντιστεκόταν στα βρετανοτουρκικά σχέδια για την Κύπρο.

Η ομολογία του Τούρκου απόστρατου στρατηγού Σαμπρί Γιρμιμπέσογλου, ο οποίος χαρακτήρισε τα Σεπτεμβριανά επιχείρηση της Διεύθυνσης Ανορθόδοξου Πολέμου, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες ως προς τον οργανωμένο χαρακτήρα τους.

Η συγκεκριμένη υπηρεσία δημιουργήθηκε και χρηματοδοτήθηκε επί χρόνια από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο των μηχανισμών του Ψυχρού Πολέμου. Η Βρετανία και η Τουρκία σχεδίασαν και οργάνωσαν την επιχείρηση, ενώ οι αμερικανικοί μηχανισμοί είχαν χρηματοδοτήσει τις δομές που την υλοποίησαν.

Όταν το έγκλημα ολοκληρώθηκε, η Ουάσιγκτον κάλεσε θύτη και θύμα να επιδείξουν «αυτοσυγκράτηση». Πρόκειται για τη γνωστή εξίσωση του επιτιθέμενου με τον αμυνόμενο, την οποία έχουμε δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέχρι σήμερα.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να αναθέτει την ασφάλειά της σε τρίτους

Τα γεγονότα του 1955 δεν υπενθυμίζονται για να καλλιεργηθεί μίσος εναντίον των Αμερικανών, των Βρετανών ή των Τούρκων. Τα κράτη ενεργούν με βάση τα συμφέροντά τους. Το ζητούμενο είναι εάν το ελληνικό κράτος ενεργεί με την ίδια σοβαρότητα για τα δικά του συμφέροντα.

Οι διεθνείς συμμαχίες είναι απαραίτητες, δεν αποτελούν όμως υποκατάστατο της εθνικής στρατηγικής. Δεν αρκεί να διακηρύσσουμε ότι βρισκόμαστε στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Η σωστή πλευρά για κάθε σοβαρό κράτος είναι εκείνη που διασφαλίζει την εθνική του κυριαρχία, την επιβίωση του λαού του και την προστασία των κοινοτήτων του.

Το ελληνικό κράτος πρέπει να διαθέτει τους μηχανισμούς, τα αντανακλαστικά και την αποφασιστικότητα που απαιτούνται για να προστατεύει την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και τον απανταχού Ελληνισμό. Αν δεν το πράξει, κανένας τρίτος δεν πρόκειται να το κάνει στη θέση του.

Τα πραγματικά μηνύματα του Ιμπραήμ Καλίν

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί και η επίσκεψη του επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών, Ιμπραήμ Καλίν, στην Αθήνα.

Ο Καλίν δεν είναι απλώς ένας διοικητής μυστικής υπηρεσίας. Συνοδεύει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις σημαντικότερες διεθνείς συναντήσεις και διαδραματίζει πολιτικό και διπλωματικό ρόλο υψηλού επιπέδου. Επομένως, η παρουσία του στην Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ζητήματα αστυνομικής συνεργασίας ή στη δράση του τουρκικού οργανωμένου εγκλήματος.

Ήρθε στην Αθήνα για να μεταφέρει πολιτικά μηνύματα.

Σύμφωνα με το πλαίσιο που παρουσίασε η τουρκική εφημερίδα «Yeni Şafak», η Άγκυρα δηλώνει ότι επιθυμεί να διατηρήσει την «καλή πίστη» στις σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά δεν πρόκειται να υποχωρήσει από όσα θεωρεί δικαιώματα και συμφέροντά της.

Πίσω από τη διπλωματική ορολογία βρίσκεται η σταθερή τουρκική απαίτηση να μην προχωρήσει η Ελλάδα σε ενέργειες στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την έγκριση της Άγκυρας.

Η Τουρκία χαρακτηρίζει «μονομερή τετελεσμένα» την άσκηση νόμιμων ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αμφισβητεί τον εξοπλισμό των νησιών, αντιδρά στα ελληνικά θαλάσσια πάρκα, πολεμά την προοπτική ανακήρυξης και οριοθέτησης ΑΟΖ και εμφανίζει τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ως απειλή εναντίον της.

Αυτή είναι η ουσία του τουρκικού μηνύματος: Η Ελλάδα μπορεί να έχει καλές σχέσεις με την Τουρκία, αρκεί να αποδεχθεί τον περιορισμό των δικαιωμάτων της.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» και ο φόβος της ελληνικής ΑΟΖ

Ιδιαίτερη σημασία έχει η τουρκική παραδοχή ότι το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» αναπτύχθηκε ως απάντηση στις συζητήσεις για την ελληνική ΑΟΖ και στον αποκαλούμενο Χάρτη της Σεβίλλης.

Η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να εμποδίσει την Ελλάδα να ολοκληρώσει τον θαλάσσιο γεωπολιτικό της χώρο και να συνδεθεί μέσω ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Για χρόνια επισημαίνεται η ανάγκη ανακήρυξης της ελληνικής ΑΟΖ και επίσημης κατάθεσης των σχετικών συντεταγμένων στον ΟΗΕ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα όφειλε να είχε δηλώσει εγκαίρως ότι η ελληνική ΑΟΖ αποτελεί ταυτόχρονα ευρωπαϊκή θαλάσσια ζώνη.

Η καθυστέρηση δεν καθησύχασε την Τουρκία. Της έδωσε χρόνο να δημιουργήσει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», να υπογράψει το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και να επιχειρήσει να επιβάλει τις διεκδικήσεις της ως δεδομένο της διεθνούς συζήτησης.

Ο τελικός στόχος σε Κύπρο και Αιγαίο

Η τουρκική ανάλυση διατυπώνει ακόμη μία προειδοποίηση που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η Άγκυρα θεωρεί ότι σταδιακά κλείνει τα μέτωπα που είχε ανοιχτά στη Συρία, στο Κουρδικό και στον Καύκασο. Κατά συνέπεια, υποστηρίζεται ότι τα επόμενα ζητήματα στα οποία θα αφιερώσει την ενέργειά της είναι η Κύπρος και το Αιγαίο.

Στην Κύπρο, ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας δεν περιορίζεται στη διχοτόμηση. Είναι ο έλεγχος ολόκληρης της νήσου. Στο Αιγαίο επιδιώκει αρχικά τον διαμοιρασμό και τον έλεγχο του μισού θαλάσσιου χώρου, ώστε στη συνέχεια να διεκδικήσει ακόμη περισσότερα.

Αυτά δεν είναι συνθήματα. Αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της τουρκικής στρατηγικής και πρέπει να αξιολογούνται με σοβαρότητα από την Αθήνα και τη Λευκωσία.

Η σημασία της συμμαχίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ

Η τουρκική ενόχληση για τη στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποκαλύπτει τη χρησιμότητα αυτής της συνεργασίας.

Η Άγκυρα κατηγορεί το Ισραήλ ότι χρησιμοποιεί την Ελλάδα και την Κύπρο ως ορμητήριο εναντίον της. Η πραγματικότητα είναι ότι τρία κράτη με κοινά συμφέροντα και κοινές απειλές οικοδομούν μια περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Εάν η Τουρκία κινηθεί εναντίον ενός από τα τρία κράτη, γνωρίζει ότι μπορεί να βρει απέναντί της και τα υπόλοιπα. Αυτή η προοπτική αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας και λειτουργεί αποτρεπτικά.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Η προσπάθεια της Τουρκίας να παρουσιάσει το ελληνικό σύστημα αεράμυνας ως ανάλογο των ρωσικών S-400 είναι αποκαλυπτική της ανησυχίας της. Η Ελλάδα δημιουργεί ένα σύστημα που θα περιορίσει την αποτελεσματικότητα της τουρκικής αεροπορικής και πυραυλικής υπεροχής.

Παράλληλα, απαιτείται άμεση αντιμετώπιση των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών που πραγματοποιούν συνεχείς αποστολές στο Αιγαίο και γύρω από τις περιοχές των θαλάσσιων πάρκων. Η Αθήνα πρέπει να καταγράφει κάθε περιστατικό και να το θέτει επισήμως στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Η διεθνοποίηση της τουρκικής πρακτικής είναι απαραίτητη.

Η οικονομική ισχύς είναι εθνική ισχύς

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο η στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας. Είναι και η οικονομική της διεύρυνση.

Μια χώρα με μεγάλη οικονομία, ισχυρή βιομηχανία και δεκάδες εκατομμύρια καταναλωτές δημιουργεί συμφέροντα γύρω της. Οι μεγάλες δυνάμεις και οι ευρωπαϊκές οικονομίες λαμβάνουν υπόψη τους αυτά τα συμφέροντα όταν διαμορφώνουν την πολιτική τους.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην αγορά οπλικών συστημάτων. Χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση, βιομηχανία, τεχνολογία, εξαγωγές και δραστική αύξηση του ΑΕΠ της. Χωρίς οικονομική ισχύ, ακόμη και οι ισχυρότερες διπλωματικές θέσεις δυσκολεύονται να μετατραπούν σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία θα προτιμούσε μια Ελλάδα απομονωμένη από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ευάλωτη στις πιέσεις της.

Η Αίγυπτος στο κέντρο των περιφερειακών ισορροπιών

Κρίσιμη είναι και η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου. Το Κάιρο έχει μετατραπεί σε πεδίο έντονου τουρκικού ενδιαφέροντος, όχι μόνο μέσω της διπλωματίας και της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά και μέσω μεγάλων τουρκικών επενδύσεων.

Οι οικονομικές σχέσεις δημιουργούν πολιτική επιρροή. Η Ελλάδα και η Κύπρος, όμως, διαθέτουν ισχυρά χαρτιά: την ενεργειακή συνεργασία, τα κοιτάσματα της κυπριακής ΑΟΖ, τις συμφωνίες φυσικού αερίου, την ηλεκτρική διασύνδεση με την Ευρώπη και τον ρόλο τους ως γέφυρας ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πλέγμα αυτών των συμφερόντων πρέπει να ενισχυθεί, ώστε η συνεργασία με την Αίγυπτο να αποκτήσει στρατηγικό βάθος και διάρκεια. Στη διπλωματία δεν αρκούν οι διακηρύξεις φιλίας. Απαιτούνται αμοιβαία και απτά συμφέροντα.

Η Τουρκία, το Ιράν και η αμερικανική αντίφαση

Οι αμερικανικές κυρώσεις εναντίον τουρκικής τράπεζας για συναλλαγές που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης αποκαλύπτουν για ακόμη μία φορά τις αντιφάσεις της αμερικανοτουρκικής σχέσης.

Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον δηλώνει αποφασισμένη να κλείσει τα χρηματοπιστωτικά κανάλια μέσω των οποίων χρηματοδοτείται το ιρανικό καθεστώς. Από την άλλη, ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα σπεύδει να διαβεβαιώσει ότι οι κυρώσεις δεν στρέφονται εναντίον της Τουρκίας και ότι δεν πρόκειται να επηρεάσουν τη στρατηγική σχέση των δύο χωρών.

Η στάση αυτή δείχνει πόσο σημαντική θεωρούν οι Ηνωμένες Πολιτείες την Τουρκία για τον περιφερειακό τους σχεδιασμό. Αποτελεί ταυτόχρονα προειδοποίηση προς την Ελλάδα: κανείς δεν πρόκειται να θυσιάσει εύκολα τα συμφέροντά του στην Τουρκία χάριν των ελληνικών δικαίων.

Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιεί τις αντιθέσεις, να οικοδομεί συμμαχίες και να ενισχύει τη θέση της, χωρίς να καλλιεργεί αυταπάτες.

Ένας νέος κόσμος διαμορφώνεται χωρίς την Ευρώπη

Οι κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας δείχνουν ότι μπορεί να διαμορφώνεται μια νέα παγκόσμια ισορροπία. Οι επαφές για την Ουκρανία, η πίεση προς το Ιράν και οι προγραμματισμένες συναντήσεις των μεγάλων δυνάμεων δημιουργούν την εικόνα μιας διαδικασίας ανακατανομής ρόλων και ζωνών επιρροής.

Από αυτή τη συζήτηση η Ευρώπη φαίνεται απούσα.

Είναι αδιανόητο μια ένωση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, η οποία διαθέτει ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, να παραμένει γεωπολιτικά ανύπαρκτη και να επιτρέπει σε τρίτους να αποφασίζουν για το μέλλον της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται ηγεσίες με κύρος και ένα συνεκτικό γεωπολιτικό δόγμα. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να αποτελεί οικονομικό γίγαντα, αλλά πολιτικό και στρατηγικό νάνο.

Για την Ελλάδα το συμπέρασμα είναι σαφές: πρέπει να διδασκόμαστε από την Ιστορία, να ενισχύουμε την οικονομία και την άμυνά μας, να αξιοποιούμε την ευρωπαϊκή μας θέση και να οικοδομούμε συμμαχίες βασισμένες σε πραγματικά συμφέροντα.

Τα κράτη δεν προστατεύονται με ευχές ούτε με βαρύγδουπες διακηρύξεις. Προστατεύονται με ισχύ, σχέδιο, θεσμική συνέχεια και εθνική αυτογνωσία.

Αυτά προς γνώση και συμμόρφωση.

Back to top button