Η Τουρκία μπορεί να επιδιώκει πολιτικά αποτελέσματα ακόμη και χωρίς να χρησιμοποιεί τα όπλα της. Αρκεί να πείθει ότι διαθέτει την ισχύ και τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει. Αυτή ήταν η κεντρική επισήμανση του Γιάννου Χαραλαμπίδη στην παρέμβασή του στο ΣΙΓΜΑ, με αφορμή τις στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο και τις προειδοποιήσεις Τούρκων αναλυτών για ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο.
Ο ίδιος συνέδεσε την τουρκική πυραυλική ανάπτυξη με το ευρύτερο πρόβλημα της αποτροπής, επισημαίνοντας ότι όσο η Άγκυρα θεωρεί πως το ισοζύγιο δυνάμεων την ευνοεί, τόσο επιχειρεί να μετατρέπει τη στρατιωτική πίεση σε διπλωματικό πλεονέκτημα.
Η πυραυλική απειλή και τα όρια των τουρκικών ισχυρισμών
Αναφερόμενος στις πυραυλικές δυνατότητες της Τουρκίας, ο Χαραλαμπίδης έκανε λόγο για βεληνεκή 280 χιλιομέτρων και για δοκιμές που, σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε, φτάνουν τα 560 χιλιόμετρα.
Όπως εξήγησε, οι αποστάσεις αυτές δημιουργούν απειλή για τα νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο, ενώ, αναλόγως του σημείου εκτόξευσης, μπορούν να θέσουν εντός εμβέλειας και περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στην ίδια ανάλυση ενέταξε και το Ισραήλ, αναφέροντας ότι από περιοχές της Συρίας το Τελ Αβίβ βρίσκεται εντός της εμβέλειας των 560 χιλιομέτρων.
Ωστόσο, διαχώρισε τις δυνατότητες που περιέγραψε από συστήματα τα οποία βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία δοκιμών και ανάπτυξης. Για τη νέα γενιά πυραύλων με δυνατότητα προσβολής θαλάσσιων στόχων, σημείωσε ότι δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη η σημερινή επιχειρησιακή διαθεσιμότητά τους.
Αντίστοιχα, απέδωσε στην τουρκική πλευρά τους ισχυρισμούς για επόμενη γενιά με υπερηχητικά χαρακτηριστικά και βεληνεκές περίπου 800 χιλιομέτρων, προειδοποιώντας ότι οι δημόσιες τουρκικές αναφορές ενδέχεται να περιέχουν υπερβολές.
«Οι Τούρκοι δεν αστειεύονται» – Ενίσχυση σε Ελλάδα και Κύπρο
Η πορεία των τουρκικών εξοπλισμών, σύμφωνα με τον Χαραλαμπίδη, επιβάλλει την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», για την οποία εκτίμησε ότι υπάρχει ήδη καθυστέρηση.
Παράλληλα, ζήτησε περαιτέρω ενίσχυση των δυνάμεων και των δυνατοτήτων της Εθνικής Φρουράς, με περισσότερα συστήματα Barak, drones και άλλα οπλικά μέσα.
«Οι Τούρκοι δεν αστειεύονται», τόνισε, εξηγώντας ότι οι εξοπλισμοί είναι αναγκαίοι ως μέσα αποτροπής του πολέμου. Κατά την εκτίμησή του, οι κρίσεις και οι απειλές συνδέονται με το ανισοζύγιο δυνάμεων, το οποίο επιτρέπει στην Άγκυρα να προωθεί τις αξιώσεις της «είτε διά της ισχύος της είτε διά της σκιάς της ισχύος της».
Γιατί δεν θεωρεί αναπόφευκτο ένα θερμό επεισόδιο
Παρά την ανησυχία για τις τουρκικές δυνατότητες, ο Χαραλαμπίδης απέφυγε να παρουσιάσει μια σύγκρουση στο Αιγαίο ως προδιαγεγραμμένη εξέλιξη.
Επισήμανε ότι ο αιφνιδιασμός αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στις συγκρούσεις. Όταν, αντιθέτως, οι στόλοι είναι ήδη ανεπτυγμένοι και οι δύο πλευρές βρίσκονται σε ετοιμότητα, λειτουργεί και ο αμοιβαίος φόβος για τις συνέπειες μιας αναμέτρησης.
«Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στάθηκε επίσης στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, εκτιμώντας ότι διαθέτουν τη δυνατότητα να αποτρέψουν μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Όπως υποστήριξε, τα ανοιχτά μέτωπα με το Ιράν και ο πόλεμος στην Ουκρανία καθιστούν ανεπιθύμητη μια πρόσθετη κρίση στο Αιγαίο.
Η κριτική στα «ήρεμα νερά» και η σύνδεση με το Κυπριακό
Ο Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι η αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης δεν αρκεί από μόνη της για να εξουδετερώσει τις τουρκικές αξιώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε κριτική στην πολιτική των «ήρεμων νερών», συνδέοντας την αποτυχία της, όπως την αξιολόγησε, με τη συνεχιζόμενη δυνατότητα της Άγκυρας να ασκεί εκβιαστική πίεση.
Την ίδια λογική εντόπισε και στο Κυπριακό: κατά την ανάλυσή του, η Τουρκία αξιοποιεί τον στρατιωτικό έλεγχο στα κατεχόμενα και την απειλή ισχύος για να πιέζει την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ μπορεί να διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση όταν δεν εξασφαλίζει τους όρους που επιδιώκει.
Το ζητούμενο, κατέληξε, είναι η αποτροπή του πολέμου και η δυνατότητα συμμετοχής στις συνομιλίες με αξιοπιστία, χωρίς Ελλάδα και Κύπρος να βρίσκονται στο έλεος απειλών και εκβιασμών. Όσο περιορίζεται η πεποίθηση της τουρκικής ηγεσίας ότι υπερέχει στρατιωτικά, τόσο αυξάνεται, κατά την εκτίμησή του, ο δείκτης ασφάλειας.