Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Διακρατικής Συμφωνίας μεταξύ του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της ισραηλινής πλευράς, το Ισραήλ παρέχει διαβεβαιώσεις για τη μεταφορά τεχνογνωσίας, την από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας, καθώς και τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στη συμπαραγωγή των οπλικών συστημάτων που θα συγκροτήσουν την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Πρόκειται για το νέο πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας της χώρας, συνολικού προϋπολογισμού 3,035 δισ. ευρώ, το οποίο φιλοδοξεί να προσφέρει προστασία τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου.
Παρά τις ισραηλινές διαβεβαιώσεις, όμως, το κρίσιμο ζήτημα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα παραμένει θολό. Η αναφορά σε «κοινή χρήση λογισμικού» δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στον κώδικα, ούτε ότι θα μπορούν να τροποποιούν, να αναβαθμίζουν και να προσαρμόζουν αυτόνομα τα συστήματα στις επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας.
Ελληνική συμμετοχή άνω του 25%
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, έχει θέσει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25%, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγικού έργου στο εγχώριο αμυντικό οικοσύστημα.
Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας, στις 31 Αυγούστου 2026, στις σχετικές διαδικασίες συμμετέχουν ήδη 19 ελληνικές εταιρείες, με το ύψος της εγχώριας συμμετοχής να υπολογίζεται σε περισσότερα από 750 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, με δυνατότητα να αποκτήσει και εξαγωγικό προσανατολισμό.
Ο διευθυντής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Μοσέ Πατέλ, επιβεβαίωσε ότι προβλέπεται ελληνική βιομηχανική συμμετοχή περίπου 25%. Όπως ανέφερε, ισραηλινές βιομηχανίες βρίσκονται ήδη σε συνεργασία με υποψήφιες ελληνικές εταιρείες για την ανάπτυξη και τη συμπαραγωγή εξαρτημάτων.
Το γεγονός αυτό συνιστά σημαντική ευκαιρία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο, έχουν διατυπωθεί επικρίσεις ότι το ποσοστό του 25% δεν έχει κατοχυρωθεί με σαφή και δεσμευτική νομική πρόβλεψη. Συνεπώς, ζητούμενο παραμένει εάν η εγχώρια συμμετοχή θα αφορά έργο υψηλής τεχνολογικής αξίας ή κυρίως την κατασκευή επιμέρους εξαρτημάτων και υποστηρικτικών υποδομών.
Η αντιπαράθεση για τον πηγαίο κώδικα
Στο επίκεντρο της πολιτικής και στρατιωτικής συζήτησης βρίσκεται η πρόσβαση της Ελλάδας στον πηγαίο κώδικα των ισραηλινών συστημάτων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Μοσέ Πατέλ είχε αρχικά αναφέρει ότι ο πηγαίος κώδικας δεν περιλαμβάνεται στην άδεια χρήσης της συμφωνίας. Ακολούθησε παρέμβαση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας στο διαδικτυακό κείμενο της συνέντευξης, με τη διατύπωση να αναφέρεται πλέον σε «μεταφορά τεχνογνωσίας, από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στη συμπαραγωγή».
Η διευκρίνιση αυτή, πάντως, δεν ισοδυναμεί με ρητή δέσμευση για παράδοση ή πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα. Άλλο πράγμα αποτελεί η δυνατότητα χρήσης και διασύνδεσης ενός λογισμικού και άλλο ο πλήρης έλεγχος της αρχιτεκτονικής του, των αναβαθμίσεων και των επιχειρησιακών παραμέτρων του.
Οι επικριτές της συμφωνίας προειδοποιούν ότι, χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ή τουλάχιστον χωρίς σαφώς κατοχυρωμένα κυριαρχικά δικαιώματα τροποποίησης και διαχείρισης, η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει εξαρτημένη από τον ξένο κατασκευαστή. Πρόκειται για τον κίνδυνο «ομηρείας» στον οποίο είχε αναφερθεί και ο ίδιος ο Νίκος Δένδιας, υπογραμμίζοντας τη σημασία του εθνικού ελέγχου των οπλικών συστημάτων.