Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πτυχές της διεθνούς υποστήριξης που είχε εξασφαλίσει η Άγκυρα το καλοκαίρι του 1974 εξακολουθούν να παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό και γεωπολιτικό ενδιαφέρον.
Πέρα από τη στάση των μεγάλων δυνάμεων, το δημοσίευμα που τέθηκε υπόψη μας συγκεντρώνει στοιχεία για τρεις χώρες που τάχθηκαν ανοιχτά στο πλευρό της Τουρκίας: το Πακιστάν, το Ιράν του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί και τη Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι.
Η υποστήριξη δεν περιορίστηκε σε διπλωματικές δηλώσεις. Τα στοιχεία που παρατίθενται κάνουν λόγο για ιατρικό προσωπικό και εφόδια, προσφορά εθελοντών, νοσοκομείο εκστρατείας και, στην περίπτωση της Λιβύης, διάθεση στρατιωτικού υλικού από τις αποθήκες του καθεστώτος Καντάφι.
Πακιστάν: «Πλήρης υποστήριξη και αλληλεγγύη»
Οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Πακιστάν είχαν ήδη οικοδομηθεί επί δεκαετίες πριν από το 1974. Η Συμφωνία Φιλίας και Συνεργασίας των δύο χωρών είχε υπογραφεί τον Φεβρουάριο του 1954, ενώ κατά τη δεκαετία του 1970 Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ παρείχαν αμοιβαία πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη.
Το πραγματικό μέγεθος της πακιστανικής υποστήριξης κατά την εισβολή αποτυπώνεται σε αμερικανικό διπλωματικό τηλεγράφημα της 23ης Ιουλίου 1974.
Ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στο Πακιστάν, Henry Byroade, ενημέρωνε επειγόντως τον Χένρι Κίσινγκερ ότι το Πακιστάν είχε διαβεβαιώσει την Τουρκία για την «πλήρη υποστήριξη και αλληλεγγύη» του στην κυπριακή κρίση.
Σύμφωνα με το τηλεγράφημα, ο πρωθυπουργός Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο προσέφερε ακόμη και εθελοντές στην Τουρκία, ενώ σχεδιαζόταν η αποστολή ιατρικής ομάδας και ιατρικών εφοδίων. Οι Πακιστανοί αξιωματούχοι, σύμφωνα πάντα με τον Αμερικανό πρέσβη, απέδιδαν αποκλειστικά στην Ελλάδα την ευθύνη για την κρίση και υποστήριζαν ότι η Τουρκία δεν είχε άλλη επιλογή από τη στρατιωτική επέμβαση.
Το μήνυμα Μπούτο στον Ετσεβίτ
Η πολιτική αυτή είχε εκφραστεί δημόσια ήδη από τις πρώτες ώρες της εισβολής.
Στις 20 Ιουλίου 1974, ο Μπούτο έστειλε μήνυμα στον Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ, διαβεβαιώνοντάς τον ότι το Πακιστάν στήριζε την τουρκική απόφαση και ήταν διατεθειμένο να παράσχει «κάθε δυνατή βοήθεια».
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, είχε προγραμματιστεί πακιστανικό αεροσκάφος να μεταφέρει ιατρική ομάδα, εφόδια και κουβέρτες προς την Τουρκία. Μία ημέρα αργότερα ο Μπούτο κάλεσε δημόσια και τον πακιστανικό λαό να υποστηρίξει την Άγκυρα.
Η βοήθεια αυτή δεν φαίνεται να έμεινε στα λόγια.
Πρώην αξιωματικοί του Πακιστάν έχουν μιλήσει αργότερα για προσωπική συμμετοχή στις αποστολές υποστήριξης. Ο απόστρατος Sultan M. Hali είχε αναφέρει ότι ως μέλος πληρώματος της 6ης Μοίρας της Πακιστανικής Πολεμικής Αεροπορίας συμμετείχε σε σειρά αποστολών μεταφοράς ιατρικής βοήθειας στην Άγκυρα.
Ο πρώην στρατηγός Karamat Ahmed Karamat είχε επίσης δηλώσει ότι στις 17 Ιουλίου 1974 ένα πακιστανικό C-130 μετέφερε 30 γιατρούς, νοσηλευτές και παραϊατρικό προσωπικό στα Άδανα, από όπου προωθήθηκαν προς στρατόπεδα στη Μερσίνη και την Ταρσό.
Το Ιράν του Σάχη υποστήριξε την τουρκική επέμβαση
Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη στάση του Ιράν.
Πρόκειται βέβαια για το προεπαναστατικό Ιράν του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί και όχι για την Ισλαμική Δημοκρατία που δημιουργήθηκε μετά την επανάσταση του 1979.
Οι στρατιωτικές και πολιτικές σχέσεις Ιράν και Τουρκίας είχαν βαθιές ρίζες. Οι δύο χώρες συμμετείχαν στη CENTO και μαζί με το Πακιστάν είχαν δημιουργήσει το 1964 την Περιφερειακή Συνεργασία για την Ανάπτυξη (RCD).
Ένα αμερικανικό τηλεγράφημα της 22ας Ιουλίου 1974 είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τεχεράνη Richard Helms ενημέρωνε τον Κίσινγκερ ότι το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε εκφράσει την υποστήριξή του στην τουρκική επέμβαση στην Κύπρο.
Η Τεχεράνη παρουσίαζε τότε την τουρκική στρατιωτική δράση ως αναγκαία για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου και την προστασία των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων.
Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται και στην πρακτική βοήθεια.
Στο ίδιο τηλεγράφημα αναφερόταν ότι δημοσιογράφος της ιρανικής εφημερίδας «Kayhan» μετέδιδε από την Άγκυρα πως το Ιράν είχε δηλώσει έτοιμο να διαθέσει στην τουρκική κυβέρνηση πλήρως εξοπλισμένο νοσοκομείο εκστρατείας.
Καντάφι: «Ελάτε να πάρετε ό,τι χρειάζεστε»
Ακόμη πιο άμεση εμφανίζεται η βοήθεια της Λιβύης του Μουαμάρ Καντάφι.
Σύμφωνα με μαρτυρία του Uluc Ozulker, ο οποίος διετέλεσε Τούρκος πρέσβης στη Λιβύη την περίοδο της εισβολής, η χώρα του Καντάφι αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της Άγκυρας.
Η Λιβύη διέθετε τότε δύο μεγάλες αποθήκες όπλων και, κατά τη συγκεκριμένη μαρτυρία, ο Καντάφι τις άνοιξε στην Τουρκία για να καλύψει τις στρατιωτικές ανάγκες της.
Το μήνυμα που αποδίδεται στον Λίβυο ηγέτη ήταν ουσιαστικά ότι οι Τούρκοι μπορούσαν να πάρουν όποιο διαθέσιμο υλικό χρειάζονταν.
Τούρκοι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες στάλθηκαν στη Λιβύη για να εξετάσουν το διαθέσιμο υλικό και, σύμφωνα με τον Οζουλκέρ, παραδόθηκε στην Τουρκία ό,τι ήταν συμβατό με τα τουρκικά οπλικά συστήματα.
Έτσι, στην περίπτωση της Λιβύης δεν μιλάμε απλώς για πολιτική ή διπλωματική στήριξη, αλλά –βάσει της τουρκικής μαρτυρίας που παρατίθεται– για άμεση πρόσβαση σε στρατιωτικό υλικό.
Και το Ισραήλ;
Μία ακόμη ενδιαφέρουσα πληροφορία αφορά το Ισραήλ.
Σύμφωνα με το υλικό, τηλεγράφημα του Ισραηλινού πρέσβη στο Λονδίνο στις 20 Ιουλίου 1974 ανέφερε ότι η κυβέρνηση Ετσεβίτ είχε ζητήσει από το Ισραήλ να υποστηρίξει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, χωρίς όμως να λάβει απάντηση.
Η αναφορά αποκτά ιδιαίτερη ιστορική σημασία υπό το πρίσμα της σημερινής γεωπολιτικής πραγματικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και των διαφορετικών σχέσεων που έχουν πλέον διαμορφωθεί μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Τουρκίας.
Η ανατριχιαστική φράση του Κίσινγκερ πριν από τον «Αττίλα 2»
Το πλέον βαρύ πολιτικά στοιχείο του δημοσιεύματος βρίσκεται ίσως στο τέλος.
Πρόκειται για υπόμνημα συνομιλίας της 13ης Αυγούστου 1974, λίγες ώρες πριν από την έναρξη του «Αττίλα 2», μεταξύ του Αμερικανού προέδρου Τζέραλντ Φορντ και του υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, παρουσία του Brent Scowcroft.
Ο Κίσινγκερ εμφανίζεται να εκτιμά ότι ενδεχόμενη διακοπή της αμερικανικής βοήθειας προς την Τουρκία θα ήταν «καταστροφή» και, κυρίως, να διατυπώνει τη θέση:
«Δεν υπάρχει κανένας αμερικανικός λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι δεν θα πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου».
Την επομένη ξεκίνησε ο «Αττίλας 2», ο οποίος οδήγησε στην κατάληψη περίπου του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις τουρκικές δυνάμεις.
Μια διεθνής διάσταση του 1974 που δεν πρέπει να λησμονείται
Τα στοιχεία φωτίζουν μια πλευρά της κυπριακής τραγωδίας που συχνά βρίσκεται στη σκιά των γεγονότων στο ίδιο το νησί.
Η Τουρκία δεν κινήθηκε μέσα σε απόλυτο διεθνές κενό. Πακιστάν, Ιράν και Λιβύη εμφανίζονται, σύμφωνα με τα τεκμήρια και τις μαρτυρίες που παρατίθενται, να προσφέρουν διαφορετικές μορφές υποστήριξης στην Άγκυρα, από πολιτική κάλυψη και ιατρική βοήθεια μέχρι στρατιωτικό υλικό.
Παράλληλα, η καταγεγραμμένη στάση του Κίσινγκερ αποτυπώνει το ψυχρό γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιμετωπιζόταν η Κύπρος από την Ουάσινγκτον τις κρίσιμες εκείνες ημέρες.
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, η κατοχή παραμένει. Και η εξέταση των διεθνών συσχετισμών που επέτρεψαν στην Τουρκία να ολοκληρώσει τον «Αττίλα» παραμένει αναγκαία για την πλήρη κατανόηση όσων συνέβησαν το καλοκαίρι του 1974.