Την ανάγκη να προσαρμοστεί άμεσα η Δύση στη ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης υπογράμμισε ο Αμερικανός αναλυτής Μάικλ Ρούμπιν, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει δραματικά πίσω από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε συνέντευξή του στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο για το Liberal, ο Ρούμπιν παρουσίασε μια εικόνα του μέλλοντος στην οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα αποτελεί απλώς ένα βοηθητικό εργαλείο. Θα μπορεί να αναλαμβάνει πολύπλοκες αποστολές, να χρησιμοποιεί άλλα εργαλεία και να επιλύει προβλήματα χωρίς συνεχή ανθρώπινη παρέμβαση – ενδεχομένως ακόμη και χωρίς προηγούμενη εντολή.
Από τη δημιουργία περιεχομένου στην αυτόνομη επίλυση προβλημάτων
Κατά τον Μάικλ Ρούμπιν, το πραγματικό άλμα στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν θα είναι απλώς η εμφάνιση ισχυρότερων γλωσσικών μοντέλων. Το «χρυσό πρότυπο» θα επιτευχθεί όταν η ΤΝ αποκτήσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει εκτεταμένα και σύνθετα προβλήματα με σημαντικό βαθμό αυτονομίας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την έρευνα για την αντιμετώπιση σπάνιων ασθενειών. Η αξιοποίηση της ΤΝ θα μπορούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να περιορίσει σε εβδομάδες ή ακόμη και σε ημέρες διαδικασίες οι οποίες σήμερα απαιτούν χρόνια ή δεκαετίες.
Αντίστοιχα, επιστημονικές ομάδες εξετάζουν κατά πόσο προηγμένα συστήματα μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση μαθηματικών προβλημάτων που παραμένουν αναπάντητα επί αιώνες. Το επόμενο κρίσιμο όριο θα ξεπεραστεί όταν η μηχανή δεν θα περιμένει μια συγκεκριμένη ανθρώπινη εντολή, αλλά θα μπορεί να εντοπίζει μόνη της ένα πρόβλημα και να αναζητά τη λύση του.
Οι απαγορεύσεις δεν μπορούν να σταματήσουν την τεχνολογία
Ο Ρούμπιν εκτίμησε ότι πολλές δυτικές κυβερνήσεις θα επιχειρήσουν να περιορίσουν την ανάπτυξη της ΤΝ υπό το βάρος των κοινωνικών αντιδράσεων για την απώλεια θέσεων εργασίας. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η προσπάθεια να ανακοπεί η τεχνολογική εξέλιξη είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Επικαλέστηκε την ιστορική εμπειρία από την εισαγωγή του τηλέγραφου στη Μέση Ανατολή, επισημαίνοντας ότι κατεστημένα συμφέροντα στην Περσία, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη Σαουδική Αραβία προσπάθησαν να ελέγξουν ή να εμποδίσουν τη νέα τεχνολογία, χωρίς να καταφέρουν να ανακόψουν οριστικά την εξάπλωσή της. Ανάλογη πορεία ακολούθησαν αργότερα η τηλεόραση και το διαδίκτυο.
Κατά συνέπεια, η πραγματική συζήτηση δεν πρέπει να αφορά το «πάγωμα» της προόδου, αλλά τη διαχείριση της μεγάλης μετάβασης που προκαλεί. Αυτό σημαίνει υποστήριξη όσων θέλουν να αξιοποιήσουν την ΤΝ για να δημιουργήσουν νέες υπηρεσίες και επαγγελματικές διαδρομές, αλλά και πρόνοια για εκείνους που δεν θα μπορέσουν να προσαρμοστούν.
Επαγγέλματα που υποχωρούν και τεχνίτες που επιστρέφουν
Η εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης αναμένεται να προκαλέσει βαθιές ανατροπές στην αγορά εργασίας. Ο Ρούμπιν εκτίμησε ότι θα περιοριστεί η ανάγκη για ορισμένα επαγγέλματα, όπως οι δικηγόροι και οι γιατροί πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
Αντίθετα, παραδοσιακά τεχνικά επαγγέλματα που απαιτούν φυσική παρουσία, πρακτική δεξιότητα και άμεση παρέμβαση, όπως αυτά του ηλεκτρολόγου, του υδραυλικού και του ξυλουργού, ενδέχεται να αποκτήσουν εκ νέου υψηλότερο κύρος και καλύτερες απολαβές.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να ανατρέψει τις σημερινές αντιλήψεις περί κοινωνικής και επαγγελματικής καταξίωσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο ειδικότητες οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια είχαν υποτιμηθεί.
Ο μεγάλος κίνδυνος των αυτόνομων όπλων
Στον στρατιωτικό τομέα, ο Μάικλ Ρούμπιν εντόπισε ως μεγαλύτερο κίνδυνο την ανάπτυξη οπλικών συστημάτων τα οποία θα μπορούν να λειτουργούν χωρίς ανθρώπινη επίβλεψη.
Όπως επισήμανε, ακόμη και αν η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίσουν να απαγορεύσουν τέτοιες τεχνολογίες, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα πράξουν το ίδιο χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα ή οργανώσεις που δρουν έξω από κάθε διεθνές πλαίσιο.
Η άρνηση προσαρμογής, επομένως, δεν εξαλείφει την απειλή. Αντίθετα, μπορεί να αφήσει τις δυτικές χώρες απροετοίμαστες απέναντι σε αντιπάλους που θα έχουν ενσωματώσει την αυτονομία, την ταχύτητα και τη μαζικότητα στα οπλικά τους συστήματα.
Drones στο μέγεθος εντόμου
Η μεγάλη ανατροπή στο πεδίο της μάχης, σύμφωνα με τον Αμερικανό αναλυτή, δεν θα προέλθει απαραιτήτως από μεγαλύτερα και ακριβότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αντιθέτως, το μέλλον βρίσκεται στη σμίκρυνση, στη μαζική παραγωγή και στην εξατομίκευση των στόχων.
Ο Ρούμπιν περιέγραψε drones στο μέγεθος βομβίνου, τα οποία θα μπορούν να προγραμματίζονται ώστε να εντοπίζουν και να καταδιώκουν συγκεκριμένα πρόσωπα. Δικτυωμένα μεταξύ τους και συνδεδεμένα με κάμερες, βάσεις δεδομένων και συστήματα αναγνώρισης προσώπου, τέτοια όπλα θα μπορούσαν να μετατρέψουν τις στοχευμένες επιθέσεις σε μια φθηνή, μαζική και δύσκολα αντιμετωπίσιμη δυνατότητα.
Παράλληλα, επισήμανε ότι τα μεγάλα στρατιωτικοβιομηχανικά συμφέροντα θα αντισταθούν στην υποβάθμιση πανάκριβων οπλικών πλατφορμών, όπως τα επανδρωμένα μαχητικά και τα αεροπλανοφόρα, τα οποία απαιτούν τεράστιους πόρους και πολλά χρόνια για να κατασκευαστούν.
Η αδυναμία προσαρμογής στη νέα μορφή πολέμου, προειδοποίησε, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και μεγάλες δυνάμεις σε ήττα. Αναφέρθηκε, μάλιστα, σε επίσκεψή του τον Ιούνιο του 2026 σε μυστικό ουκρανικό εργοστάσιο, όπου διαπίστωσε τη δυνατότητα του Κιέβου να κατασκευάζει πολλά drones ανά λεπτό.
ΗΠΑ και Κίνα στην παγκόσμια κούρσα
Η έκβαση της τεχνολογικής αναμέτρησης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα παραμένει, κατά τον Ρούμπιν, ανοιχτή.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν πλεονέκτημα στην κατασκευή προηγμένων τσιπ και στην υπολογιστική ισχύ. Η Κίνα, όμως, εμφανίζει μεγαλύτερη ευελιξία στον προγραμματισμό και έχει στη διάθεσή της πολύ μεγαλύτερο όγκο δεδομένων για την εκπαίδευση των συστημάτων.
Ταυτόχρονα, το Πεκίνο δεν δεσμεύεται στον ίδιο βαθμό από την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Μπορεί, επομένως, να κατασκευάζει ταχύτατα ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων και μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, ενώ στις δυτικές δημοκρατίες αντίστοιχα έργα περνούν μέσα από μακρές πολιτικές και θεσμικές διαδικασίες.
Ο Ρούμπιν πρότεινε στενότερη συνεργασία της Δύσης με κράτη όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία διαθέτουν την έκταση, τα κεφάλαια και τους ενεργειακούς πόρους που απαιτούνται για τη δημιουργία μεγάλων υποδομών ΤΝ.
Τεχνητή Νοημοσύνη, επιτήρηση και αυταρχικά καθεστώτα
Η ΤΝ προσφέρει στις αυταρχικές κυβερνήσεις πρωτοφανείς δυνατότητες παρακολούθησης, αναγνώρισης προσώπων, προπαγάνδας, δημιουργίας deepfakes και χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Παρά ταύτα, ο Ρούμπιν δεν θεωρεί δεδομένο ότι η τεχνολογία θα ενισχύσει τελικά τους τυράννους.
Όπως υποστήριξε, στο παρελθόν οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να ελέγξουν τον τηλέγραφο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, οι ίδιες τεχνολογίες αξιοποιήθηκαν τελικά από τους πολίτες και την κοινωνία των πολιτών ως εργαλεία αμφισβήτησης της εξουσίας.
Αντίστοιχα, ακόμη και τα πιο προηγμένα συστήματα επιτήρησης είναι πιθανό να αντιμετωπιστούν από νέες μεθόδους παράκαμψης, όπως συνέβη με τα VPN, το Starlink και τις τεχνολογίες που δυσκολεύουν την ανάγνωση πινακίδων ή την αναγνώριση προσώπου.
«Η Κίνα στη Βιομηχανική Επανάσταση, η Ευρώπη στην Εποχή του Χαλκού»
Η πιο αιχμηρή προειδοποίηση του Μάικλ Ρούμπιν αφορούσε τη θέση της Ευρώπης στην παγκόσμια τεχνολογική κούρσα.
Κατά τον ίδιο, η Γηραιά Ήπειρος κινδυνεύει να περιοριστεί στον ρόλο του ρυθμιστή, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα επενδύουν στην ανάπτυξη μοντέλων, τσιπ, ρομποτικής, αυτόνομων πρακτόρων και ενεργειακών υποδομών.
Χρησιμοποιώντας μια χαρακτηριστική ιστορική αναλογία, προειδοποίησε ότι η Κίνα μπορεί να βρίσκεται στη «Βιομηχανική Επανάσταση», η Αμερική στην «Εποχή του Σιδήρου» και η Δυτική Ευρώπη στην «Εποχή του Χαλκού», ανίκανη ή απρόθυμη να ακολουθήσει τον ρυθμό των αλλαγών.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι η Ανατολική Ευρώπη, με αιχμή την Πολωνία, την Ουκρανία και τις χώρες της Βαλτικής, θα μπορούσε να ξεπεράσει τα κράτη της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και να αποτελέσει τη νέα οικονομική ατμομηχανή της ηπείρου.
Το παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα
Μέσα σε αυτό το απαισιόδοξο ευρωπαϊκό περιβάλλον, ο Ρούμπιν εμφανίστηκε αισιόδοξος για την Ελλάδα.
Όπως εκτίμησε, η πολυετής περίοδος λιτότητας υποχρέωσε τη χώρα να πραγματοποιήσει μια σκληρή οικονομική επανεκκίνηση, δημιουργώντας σήμερα συνθήκες ανάπτυξης οι οποίες θα ήταν αδιανόητες πριν από μερικές δεκαετίες.
«Η Ελλάδα έχει επιλογή, αλλά βρίσκεται σε καλή θέση ώστε να δει την οικονομία της να πολλαπλασιάζεται μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι αυτή η προοπτική μπορεί να παραμείνει ισχυρή παρά το σοβαρό πρόβλημα της δημογραφικής συρρίκνωσης.
Το θετικό σενάριο, βεβαίως, προϋποθέτει επενδύσεις στις υποδομές, στην εκπαίδευση, στην ενέργεια και στις νέες τεχνολογίες. Διαφορετικά, η τεχνολογική εξάρτηση δεν θα παραμείνει απλώς οικονομική, αλλά θα μετατραπεί σταδιακά σε στρατηγική και αμυντική εξάρτηση.