Νέα πολιτική θύελλα προκαλούν οι αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών, μετά τις πληροφορίες ότι ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, φέρεται να επικαλείται γραπτό συμφωνητικό συνεργασίας του 2020 μεταξύ του εταιρικού του σχήματος και της ΕΥΠ για τη χρήση του Predator στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Βήματος της Κυριακής», ο 65χρονος Ισραηλινός επιχειρηματίας, πρώην συνταγματάρχης των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων και κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση του κατασκοπευτικού λογισμικού, φέρεται να διαθέτει έγγραφο με υπογραφές των δύο πλευρών. Το έγγραφο, όπως αναφέρεται, περιλαμβάνει δεσμευτικές αναφορές για τη «νόμιμη λειτουργία» του Predator στην Ελλάδα.
Η αποκάλυψη, εφόσον επιβεβαιωθεί, ανατρέπει το κυβερνητικό αφήγημα ότι η υπόθεση Predator αφορούσε αποκλειστικά ιδιώτες και όχι κρατικές υπηρεσίες. Η πλευρά Ντίλιαν φέρεται, επίσης, να επικαλείται δεκάδες email μεταξύ στελεχών της Intellexa και Ελλήνων κρατικών υπαλλήλων, κυρίως στελεχών της ΕΥΠ, για τεχνικά ζητήματα, διαδικασίες διαχείρισης και διορθώσεις στη λειτουργία του λογισμικού.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς το Predator είχε συνδεθεί με παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, στρατιωτικών και κρατικών αξιωματούχων. Αν πράγματι υπήρξε συμφωνητικό συνεργασίας με την ΕΥΠ, τότε η υπόθεση περνά σε άλλο επίπεδο: από σκάνδαλο παρακολουθήσεων σε ζήτημα λειτουργίας του ίδιου του κράτους δικαίου.
Το ΠΑΣΟΚ ζητά την ενεργοποίηση των δικαστικών αρχών και την κλήση του Ταλ Ντίλιαν και του Γρηγόρη Δημητριάδη στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Όπως σημειώνει, εάν υπάρχει συμφωνητικό με υπογραφές, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λάβουν άμεσα γνώση του περιεχομένου του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, κάνει λόγο για συμφωνία της Intellexa με την ΕΥΠ και θέτει ευθέως το ερώτημα γιατί η Δικαιοσύνη δεν έχει αποκτήσει ακόμη πρόσβαση στο υλικό που επικαλείται η πλευρά Ντίλιαν. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνδέει ευθέως την υπόθεση με την πολιτική εποπτεία της ΕΥΠ από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Σφοδρή ήταν και η αντίδραση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η οποία υποστηρίζει ότι οι νέες αποκαλύψεις δείχνουν πως το Predator δεν ήταν υπόθεση ιδιωτών, αλλά κυβερνητική επιλογή και σχέδιο. Η Νέα Αριστερά, επίσης, αναφέρει ότι το δημοσίευμα ξηλώνει ξανά το κυβερνητικό αφήγημα και ενισχύει την εικόνα ύπαρξης κοινού μηχανισμού παρακολουθήσεων.
Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον μπροστά σε νέα πίεση. Διότι άλλο είναι να υπάρχει πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τις υποκλοπές και άλλο να προκύπτουν ισχυρισμοί για γραπτό συμφωνητικό, υπογραφές και τεχνική αλληλογραφία ανάμεσα σε κρατική υπηρεσία πληροφοριών και εταιρεία που συνδέθηκε με κατασκοπευτικό λογισμικό.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: υπάρχει ή όχι το συμφωνητικό; Και αν υπάρχει, ποιοι το υπέγραψαν, με ποια εξουσιοδότηση, με ποιο νομικό πλαίσιο και για ποια χρήση;
Η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει με εκρηκτικό τρόπο στο πολιτικό προσκήνιο. Και αυτή τη φορά, το βάρος δεν πέφτει μόνο στις πολιτικές ευθύνες, αλλά και στην ανάγκη πλήρους δικαστικής διερεύνησης. Διότι αν οι ισχυρισμοί Ντίλιαν αποδειχθούν βάσιμοι, τότε το σκάνδαλο Predator δεν ήταν παρακρατική σκιά γύρω από το κράτος. Ήταν υπόθεση μέσα στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού.