breaking newsΕλλάδα

Κύπρος 1974 – Η χαμένη αποστολή «Προγεφύρωμα»: Γιατί δεν πέταξαν τα ελληνικά Phantom;

Ένα από τα κρισιμότερα αναπάντητα ερωτήματα της κυπριακής τραγωδίας επανέρχεται μέσα από την προσωπική μαρτυρία ενός αξιωματικού που δεν παρακολούθησε τα γεγονότα από κάποιο επιτελικό γραφείο, αλλά βρισκόταν μέσα σε ένα από τα αεροσκάφη που είχαν διαταχθεί να μετασταθμεύσουν στην Κρήτη και να προετοιμαστούν για πολεμική επιχείρηση στην Κύπρο.

Ο αντιπτέραρχος (Ι) ε.α. Παναγιώτης Μπαλές, αρχηγός του ενός από τους δύο σχηματισμούς βομβαρδισμού των ελληνικών F-4E Phantom, κατέθεσε στις 7 Απριλίου 2020 τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν τον Ιούλιο του 1974. Με επιστολή του προς την «Καθημερινή», απάντησε σε άρθρο του καθηγητή Ιστορίας Ευάνθη Χατζηβασιλείου, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι υπήρχε αδυναμία δράσης των ελληνικών Phantom κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής.

Ο Παναγιώτης Μπαλές απορρίπτει κατηγορηματικά αυτήν τη θέση. Υποστηρίζει ότι τα αεροσκάφη υπήρχαν, τα πληρώματα ήταν πλήρως ετοιμοπόλεμα, η αποστολή είχε σχεδιαστεί, ο κατάλληλος οπλισμός είχε τοποθετηθεί και οι χειριστές περίμεναν μέσα στα αεροσκάφη. Αυτό που δεν ήρθε ποτέ ήταν η τελική εντολή απογείωσης.

Τι συνέβη στις 22 Ιουλίου 1974

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αντιπτεράρχου, στις 22 Ιουλίου 1974, κατά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, η ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας διέταξε τη μεταστάθμευση δύο τετράδων βομβαρδιστικών Phantom στην Κρήτη.

Τα οκτώ αεροσκάφη έφθασαν στο Ηράκλειο και προετοιμάστηκαν για την αποστολή προσβολής των τουρκικών αποβατικών δυνάμεων που είχαν εγκατασταθεί στο προγεφύρωμα της Κερύνειας. Επικεφαλής της πρώτης τετράδας ήταν ο Στέφανος Σκρέκας και της δεύτερης ο Παναγιώτης Μπαλές.

Παράλληλα, ακόμη δύο Phantom σε ρόλο αναχαίτισης βρίσκονταν σε ετοιμότητα, προκειμένου να καλύψουν τα οκτώ βομβαρδιστικά κατά τη διαδρομή τους προς την Κύπρο.

Συνολικά, δηλαδή, δέκα ελληνικά F-4E είχαν μετασταθμεύσει στην Κρήτη και ενταχθεί στον επιχειρησιακό σχεδιασμό: οκτώ για την προσβολή του τουρκικού προγεφυρώματος και δύο για την αεροπορική προστασία τους.

Η επιχείρηση έφερε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, την ονομασία «Προγεφύρωμα».

Ήταν ετοιμοπόλεμα τα αεροσκάφη και τα πληρώματα;

Σε αυτό το ερώτημα ο Παναγιώτης Μπαλές απαντά χωρίς περιστροφές: ναι.

Τα πληρώματα είχαν εκπαιδευτεί στις Ηνωμένες Πολιτείες με το απαιτητικό επιχειρησιακό πρόγραμμα της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και, όπως υποστηρίζει, είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα πλήρως ετοιμοπόλεμα.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η άμεση εκτέλεση της διαταγής μεταστάθμευσης αποτελεί από μόνη της απόδειξη της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Τα Phantom πέταξαν στην Κρήτη, προετοιμάστηκαν, φορτώθηκαν με τα προβλεπόμενα όπλα και τα πληρώματα περίμεναν στους διαδρόμους.

Για τον λόγο αυτό απορρίπτει ως αναληθή τον μεταγενέστερο ισχυρισμό ότι οι χειριστές της Μοίρας δεν ήταν ακόμη έτοιμοι για πολεμικές αποστολές.

Θέτει, μάλιστα, το αυτονόητο ερώτημα: Εάν τα πληρώματα δεν ήταν ετοιμοπόλεμα, γιατί διατάχθηκαν να μετασταθμεύσουν στην Κρήτη και να προετοιμαστούν για επιχείρηση εναντίον του τουρκικού προγεφυρώματος;

Τι οπλισμό έφεραν τα Phantom;

Τα οκτώ βομβαρδιστικά είχαν εξοπλιστεί με τα ειδικά όπλα Rockeye, διασπειρόμενα βομβίδια σχεδιασμένα για την προσβολή τεθωρακισμένων οχημάτων, αρμάτων μάχης και συγκεντρωμένων χερσαίων δυνάμεων.

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μπαλέ, επρόκειτο για έναν από τους πλέον αποτελεσματικούς διαθέσιμους οπλισμούς της εποχής εναντίον του είδους των στόχων που υπήρχαν στο τουρκικό προγεφύρωμα.

Ο απαιτούμενος χρόνος παραμονής των ελληνικών αεροσκαφών πάνω από την περιοχή του στόχου υπολογιζόταν, όπως αναφέρει, σε μόλις τρία έως πέντε λεπτά. Η αεροπορική προστασία κατά το σκέλος προς την Κύπρο θα παρεχόταν από το ζεύγος των Phantom αναχαίτισης.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο αντιπτέραρχος υποστηρίζει ότι η αποστολή δεν ήταν ούτε θεωρητική ούτε ανέφικτη. Ήταν μια σχεδιασμένη πολεμική επιχείρηση, για την οποία είχαν ήδη διατεθεί αεροσκάφη, πληρώματα, όπλα και συνοδεία.

Γιατί δεν απογειώθηκαν;

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της μαρτυρίας και ταυτόχρονα το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα.

Τα Phantom δεν καθηλώθηκαν εξαιτίας μηχανικών προβλημάτων. Δεν αναφέρθηκε ανεπάρκεια οπλισμού. Δεν υπήρξε άρνηση ή αδυναμία των πληρωμάτων. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μπαλέ, δεν πέταξαν επειδή η τελική εντολή απογείωσης δεν δόθηκε ποτέ.

Ο αντιπτέραρχος καταλογίζει την άμεση ευθύνη στην τότε ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας, την οποία αποτελούσαν ο αρχηγός ΓΕΑ Αλέξανδρος Παπανικολάου και ο αρχηγός ΑΤΑ Περικλής Οικονόμου.

Αφήνει, ωστόσο, ανοιχτό ένα ακόμη σοβαρότερο ενδεχόμενο: η αεροπορική ηγεσία να ενεργούσε κατόπιν οδηγιών ανώτερων πολιτικών ή στρατιωτικών κέντρων, τα οποία ουδέποτε κατονομάστηκαν.

Όπως αναφέρει, μετά την εισβολή προβαλλόταν επί χρόνια η δικαιολογία ότι κάποιοι «ανώτεροι» δεν επέτρεψαν την εκτέλεση της αποστολής. Κανείς, όμως, δεν αποκάλυψε ποιοι ήταν αυτοί, ποια ακριβώς εντολή έδωσαν και με ποιο σκεπτικό ακυρώθηκε η επιχείρηση.

Θα μπορούσαν τα Phantom να καταστρέψουν το προγεφύρωμα;

Ο Παναγιώτης Μπαλές εκτιμά ότι η προσβολή θα είχε συντριπτικά αποτελέσματα για τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις.

Κατά την άποψή του, τα οκτώ Phantom, με τον συγκεκριμένο οπλισμό, μπορούσαν να εξουδετερώσουν ή να αποδεκατίσουν τις δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στο προγεφύρωμα. Εάν αυτό είχε συμβεί στις 22 Ιουλίου, θεωρεί εξαιρετικά πιθανό ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε να εξαπολύσει τη δεύτερη φάση της εισβολής, τον «Αττίλα ΙΙ», από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου 1974.

Αυτή αποτελεί, ασφαλώς, επιχειρησιακή εκτίμηση και όχι γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί εκ των υστέρων. Ωστόσο, προέρχεται από τον αξιωματικό που θα ηγείτο του ενός σχηματισμού και είχε άμεση γνώση του σχεδιασμού, των δυνατοτήτων των αεροσκαφών και του οπλισμού που έφεραν.

Η κρίσιμη διάκριση που κάνει αφορά τις δύο φάσεις της εισβολής. Στον «Αττίλα Ι», τα τουρκικά στρατεύματα ήταν ακόμη συγκεντρωμένα στο προγεφύρωμα και αποτελούσαν σαφέστερο στόχο για επιχείρηση απομόνωσης του πεδίου της μάχης. Αντίθετα, κατά τον «Αττίλα ΙΙ», οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ενισχυθεί, αναπτυχθεί και εμπλακεί σε ευρύτερες χερσαίες επιχειρήσεις, γεγονός που θα καθιστούσε την ελληνική αεροπορική επέμβαση δυσκολότερη και περισσότερο αμφίβολη ως προς το αποτέλεσμα.

Τι γνώριζε η ηγεσία πριν από την εισβολή;

Η μαρτυρία του αντιπτεράρχου θέτει ένα ακόμη καίριο ερώτημα: αιφνιδιάστηκε πράγματι η Αθήνα από την τουρκική απόβαση;

Ο Παναγιώτης Μπαλές αναφέρει ότι το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1974, λίγες ώρες πριν αρχίσει η εισβολή, ο διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων του ΓΕΑ ενημέρωσε την ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας ότι η τουρκική αρμάδα είχε αποπλεύσει με κατεύθυνση την Κύπρο.

Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι «όλα είναι υπό έλεγχο».

Παράλληλα, ο αρχηγός ΑΤΑ φέρεται να επισκέφθηκε πολεμικές μονάδες και να διαβεβαίωσε τους χειριστές ότι οι τουρκικές κινήσεις έμοιαζαν με κινήσεις «επιτραπέζιου παιχνιδιού στρατηγικής» και δεν έπρεπε να προκαλούν ανησυχία.

Και όμως, σε έκθεση που συντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 1974 προς τον τότε πρωθυπουργό, η απόβαση της 20ής Ιουλίου παρουσιαζόταν ως εξέλιξη που «έπεσε σαν βόμβα στην Αθήνα».

Η αντίφαση είναι προφανής. Εάν η ηγεσία είχε ενημερωθεί για τον απόπλου της τουρκικής αρμάδας, γιατί εμφανίστηκε εκ των υστέρων ως αιφνιδιασμένη; Από πού αντλούσε τη βεβαιότητα ότι η κατάσταση βρισκόταν υπό έλεγχο; Είχε λάβει λανθασμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες; Και, εάν ναι, από ποιον;

Γιατί δεν κλήθηκαν να καταθέσουν οι αρχηγοί των σχηματισμών;

Ο Παναγιώτης Μπαλές επισημαίνει ότι οι δύο αξιωματικοί που ηγούνταν των σχηματισμών βομβαρδισμού δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου, η οποία εργάστηκε την περίοδο 1986-1988.

Ούτε ο ίδιος ούτε ο Στέφανος Σκρέκας είχαν, σύμφωνα με όσα αναφέρει, την ευκαιρία να παρουσιάσουν ενώπιον της Επιτροπής όσα έζησαν στις 22 Ιουλίου 1974.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Γιατί δεν αναζητήθηκε η μαρτυρία των ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα στα αεροσκάφη; Ποιος μπορούσε να απαντήσει πιο υπεύθυνα εάν τα πληρώματα ήταν ετοιμοπόλεμα, εάν τα Phantom είχαν οπλιστεί και εάν πράγματι περίμεναν την εντολή απογείωσης;

Ευθύνες που δεν αποδόθηκαν

Ο αντιπτέραρχος υποστηρίζει ότι οι ευθύνες για τη μη εκτέλεση της αποστολής κατά του προγεφυρώματος ουδέποτε διερευνήθηκαν σε βάθος και ουδέποτε αποδόθηκαν.

Τα πρόσωπα που βρίσκονταν στην ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας δεν κλήθηκαν, όπως σημειώνει, να λογοδοτήσουν για την ακύρωση της επιχείρησης. Αντιθέτως, στη μετέπειτα πορεία τους τιμήθηκαν και κατέλαβαν υψηλόβαθμες κρατικές θέσεις.

Η μαρτυρία του Παναγιώτη Μπαλέ δεν κλείνει τον Φάκελο της Κύπρου. Αντιθέτως, αποκαλύπτει πόσο σημαντικά ερωτήματα παραμένουν ανοικτά περισσότερο από μισό αιώνα μετά:

Ποιος ακύρωσε την αποστολή «Προγεφύρωμα»; Γιατί δεν δόθηκε η εντολή απογείωσης; Ποιοι διαβεβαίωναν ότι «όλα είναι υπό έλεγχο»; Γιατί η Αθήνα εμφανίστηκε αιφνιδιασμένη, ενώ γνώριζε ότι η τουρκική αρμάδα είχε αποπλεύσει; Και γιατί οι αξιωματικοί που θα εκτελούσαν την αποστολή δεν κλήθηκαν να καταθέσουν;

Το βέβαιο, σύμφωνα με την κατάθεση του αρχηγού του ενός σχηματισμού, είναι ότι στις 22 Ιουλίου 1974 τα ελληνικά Phantom δεν ήταν ανύπαρκτα, ανέτοιμα ή ανίκανα να δράσουν. Ήταν οπλισμένα και παραταγμένα στην Κρήτη, με τα πληρώματά τους στις θέσεις τους.

Αυτό που έλειψε ήταν η διαταγή.

Ο Πτέραρχος Παναγιώτης Μπαλές, Αρχηγός Σχηματισμού των Φάντομ που δεν πέταξαν για Κύπρο, το 1974, αποδεικνύει την πλαστογράφηση της Ιστορίας

Back to top button