breaking newsΕλλάδα

Για ποια αμοιβαία ευρωπαϊκή συνδρομή μιλάμε;

Του Νικόλαου Φαραντούρη, Βήμα

Ξεκινώ απ’ την Ευρώπη, πριν μεταφερθώ στην Άγκυρα. Στην άτυπη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις 23 και 24 Απριλίου στην Κύπρο, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβαν μια απόφαση που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στη δημόσια συζήτηση, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταρτίσει ένα επιχειρησιακό blueprint για την εφαρμογή του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών.

Ας δούμε όμως τι λέει το άρθρο 42.7: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη *οφείλουν* να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν επηρεάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών».

Είναι σημαντικό ότι στο άρθρο 42.7 προβλέπεται μια επιτακτική διατύπωση: «οφείλουν να παράσχουν συνδρομή με όλα τα μέσα».

Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Χωρίς επιχειρησιακές δυνατότητες, για ποιά συνδρομή μιλάμε;

Η πρωτοβουλία για ένα επιχειρησιακό μηχανισμό αντανακλά μια βαθύτερη συνειδητοποίηση. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή κατά την οποία οι διακηρύξεις αλληλεγγύης δεν αρκούν. Απαιτούνται συγκεκριμένοι μηχανισμοί, σαφείς διαδικασίες και επιχειρησιακές δυνατότητες, ώστε κάθε κράτος-μέλος να γνωρίζει τι σημαίνει στην πράξη η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη όταν απειλείται η κυριαρχία ή η ασφάλειά του.

Η ανάγκη αυτή κατέστη ακόμη πιο εμφανής μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που έλαβε χώρα στις 7-8 Ιουλίου, στην Άγκυρα.

Η Σύνοδος δεν επιβεβαίωσε απλώς τα όσα είχαν συμφωνηθεί πέρυσι, στη Σύνοδο της Χάγης. Ανέδειξε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα: τη στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας στον δυτικό στρατηγικό σχεδιασμό. Η συζήτηση του Προέδρου Τραμπ με τον Πρόεδρο Ερντογάν αποτύπωσε την ενίσχυση του ρόλου της Άγκυρας στις περιφερειακές εξελίξεις, ενώ η αυξανόμενη σημασία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία αντιμετωπίζεται πλέον ως αναντικατάστατος εταίρος για τις ΗΠΑ και τη Δύση γενικότερα.

Η διαπίστωση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Η Άγκυρα έχει οικοδομήσει, με συνέπεια, μια πολιτική στρατηγικής αυτονομίας. Διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, συνεργάζεται με τη Ρωσία στην ενέργεια και το εμπόριο, συνομιλεί με την Κίνα για τους διαδρόμους συνδεσιμότητας και ταυτόχρονα επενδύει συστηματικά στην εγχώρια αμυντική της βιομηχανία, στις νέες τεχνολογίες και στις δυνατότητες υβριδικού πολέμου.

Η ελληνική δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως τα F-35 ή οι κυρώσεις του αμερικανικού Κογκρέσου. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ ευρύτερη. Η Τουρκία διαθέτει εναλλακτικές επιλογές εξοπλισμού, αναπτύσσει το μαχητικό ΚΑΑΝ, προχωρά στην απόκτηση Eurofighter και νέων F-16, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει ενεργό συμμετοχή στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Το σοβαρότερο όμως: Η ίδια χώρα εξακολουθεί να αμφισβητεί ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφαρμόζει στην πράξη το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», παρεμποδίζει ευρωπαϊκά έργα στρατηγικής σημασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρεί casus belli απέναντι σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στρατό κατοχής σε ένα άλλο κράτος-μέλος.

Αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε από την Ελλάδα, ούτε απ’ την ΕΕ.

Πρώτα όμως, η Αθήνα οφείλει να σκιαγραφήσει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Τα «ήρεμα νερά» αποδείχτηκαν μια ατελέσφορη στρατηγική. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι οι σύμμαχοί μας θα περιορίσουν τον ρόλο της Τουρκίας για λογαριασμό μας, ούτε μπορούμε να επενδύουμε αποκλειστικά στη διμερή διπλωματία. Η στρατηγική μας πρέπει να γίνει ευρωπαϊκή.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ολοκλήρωση του επιχειρησιακού blueprint για το άρθρο 42 αποτελεί σήμερα κορυφαία ελληνική προτεραιότητα. Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής δεν μπορεί να παραμένει μια αόριστη πολιτική διακήρυξη. Αντίθετα, οφείλει να μετατραπεί σε αξιόπιστο μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, με σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης, επιχειρησιακό σχεδιασμό και συγκεκριμένες υποχρεώσεις των κρατών-μελών.

Μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα οφείλουμε να επανεξετάσουμε τη στρατηγική μας. Ήδη το ΝΑΤΟ μετασχηματίζεται. Άλλωστε, υπάρχουν και κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό η απάντηση σήμερα, μετά την παρατεταμένη σιωπή της Αθήνας, πρέπει να είναι: Να αποκτήσει η ευρωπαϊκή αμοιβαία συνδρομή πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες. Όχι να αντικατασταθεί η ομπρέλα του ΝΑΤΟ από ένα «μικρό ΝΑΤΟ», στο οποίο η Τουρκία θα συμμετέχει ως τρίτη χώρα με αναβαθμισμένο ρόλο και μάλιστα με τη συναίνεση της Ελλάδας. Ας ξεκινήσουμε συμφωνώντας τουλάχιστον σε αυτό.

Back to top button