Σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να συναινέσει στη συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό αμυντικό πρόγραμμα SAFE όσο παραμένει σε ισχύ η απειλή πολέμου, στέλνουν ανώτατες διπλωματικές πηγές, στο πλαίσιο άτυπης ενημέρωσης για τις εξελίξεις σε ελληνοτουρκικά, ΝΑΤΟ, F-35, Κυπριακό, Λιβύη και Μέση Ανατολή.
Η Αθήνα εμφανίζεται να παρακολουθεί στενά όλα τα ανοιχτά μέτωπα, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τις εκτιμήσεις περί διπλωματικής αποτυχίας. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν υπάρχει σήμερα καμία απόφαση για προμήθεια F-35 από την Τουρκία, ούτε έχουν κινηθεί οι απαιτούμενες διαδικασίες από την αμερικανική διοίκηση και το Κογκρέσο.
Όπως επισημαίνεται, για να υπάρξει οποιαδήποτε εξέλιξη στο θέμα των F-35, θα πρέπει πρώτα να πιστοποιηθεί επισήμως προς το Κογκρέσο ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πλέον το ρωσικό σύστημα S-400 και ότι δεν υπάρχει μελλοντική συνεργασία με τη Ρωσία που να δημιουργεί ασυμβίβαστο με το πρόγραμμα. Η διαδικασία αυτή, τονίζουν οι διπλωματικές πηγές, δεν έχει ακόμη ξεκινήσει.
Αντίθετα, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε διαφορετική φάση, καθώς η εκπαίδευση των Ελλήνων χειριστών στα F-35 αναμένεται να αρχίσει το επόμενο διάστημα, ενώ η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη περισσότερα από 50 αναβαθμισμένα F-16 Viper.
Για την Αθήνα, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι εξοπλισμούς μπορεί να αποκτήσει η Τουρκία, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις. Διπλωματικές πηγές υπογραμμίζουν ότι κάθε οπλικό σύστημα που παραχωρείται από σύμμαχο χώρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον άλλου συμμάχου, ιδίως όταν υπάρχει σε ισχύ απειλή πολέμου, όπως το τουρκικό casus belli.
Στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, η ελληνική θέση είναι ακόμη πιο καθαρή. Η Ελλάδα έχει λόγο και δικαίωμα παρέμβασης σε συλλογικά ευρωπαϊκά σχήματα και, όσο η Τουρκία διατηρεί απειλή πολέμου κατά κράτους-μέλους της ΕΕ, δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη η συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία.
Για τη «Γαλάζια Πατρίδα», οι ίδιες πηγές τη χαρακτηρίζουν ιδεολόγημα χωρίς νομική βάση, που έχει προκαλέσει ζημιά όχι μόνο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και στην ίδια την Τουρκία. Η Αθήνα τηρεί στάση αναμονής έως ότου υπάρξει συγκεκριμένο νομοσχέδιο, ωστόσο ξεκαθαρίζει ότι έχουν ήδη ενεργοποιηθεί προληπτικά διπλωματικά και νομικά εργαλεία.
Στο πεδίο των θαλασσίων ζωνών, η ελληνική θέση παραμένει αμετακίνητη: η μόνη διαφορά με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Όσο η Άγκυρα επιχειρεί να ανοίξει ευρύτερη ατζέντα, ουσιαστική διαπραγμάτευση δεν μπορεί να ξεκινήσει.
Για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, οι διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι κινήθηκε σε αναμενόμενο πλαίσιο και επιβεβαίωσε τη σημασία της Ελλάδας ως αξιόπιστου συμμάχου. Παράλληλα, ξεκαθαρίζουν ότι δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης του άρθρου 5, ενώ διαψεύδουν ότι υπήρξε συζήτηση για νατοϊκά στρατηγεία στην Τουρκία.
Στο Κυπριακό, η Αθήνα αναμένει τις επόμενες κινήσεις του ΟΗΕ, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα για πενταμερή διάσκεψη. Η ελληνική θέση παραμένει σταθερή: λύση στη βάση των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών και του συμφωνημένου πλαισίου.
Στη Λιβύη, οι επαφές χαρακτηρίζονται παραγωγικές, με την Αθήνα να αναμένει την επίσκεψη τεχνικής επιτροπής για τρίτο γύρο συζητήσεων σχετικά με την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Παράλληλα, η Ελλάδα παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, σε συντονισμό και με την αμερικανική πλευρά.
Για τη Μέση Ανατολή, η κατάσταση γύρω από το Ιράν περιγράφεται ως εξαιρετικά εύθραυστη, με ιδιαίτερη ανησυχία για τα Στενά του Ορμούζ. Η Αθήνα βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με χώρες του Κόλπου, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Τέλος, διπλωματικές πηγές απορρίπτουν την άποψη ότι η στενή σχέση με το Ισραήλ αποτελεί «βαρίδι» για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Αντιθέτως, τη θεωρούν στρατηγικό πλεονέκτημα, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι σχέσεις της Ελλάδας με την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία και τις χώρες του Κόλπου βρίσκονται σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο.
Το συνολικό μήνυμα της Αθήνας είναι καθαρό: παρακολούθηση χωρίς πανικό, διπλωματική ετοιμότητα χωρίς υπερβολές και πλήρης αξιοποίηση των θεσμικών εργαλείων όπου η Ελλάδα έχει δικαίωμα λόγου. Στην περίπτωση του SAFE, αυτό σημαίνει πρακτικά ένα σαφές ελληνικό «όχι» στην Τουρκία όσο παραμένει ενεργό το casus belli.