breaking newsΕλλάδα

Παυλόπουλος: Νομικά ενεργή η διεκδίκηση των κλεμμένων χειρογράφων και κειμηλίων των Σερρών από τη Βουλγαρία

Ισχυρό μήνυμα για την ανάγκη επιστροφής των κλαπέντων χειρογράφων και κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης από τη Βουλγαρία έστειλε από τις Σέρρες ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκόπιος Παυλόπουλος.

Ο κ. Παυλόπουλος συμμετείχε στην ημερίδα που συνδιοργάνωσαν, στις 10 Μαΐου 2026, η Ιερά Μητρόπολις Σερρών και Νιγρίτης, ο Δήμος Σερρών και η Αντιπεριφέρεια Σερρών, με αντικείμενο την επιστροφή των χειρογράφων και κειμηλίων που εκλάπησαν από τους Βουλγάρους από ναούς και μονές της περιοχής.

Στην ομιλία του, με τίτλο «Η διεκδίκηση των κλαπέντων από τους Βουλγάρους Χειρογράφων και Κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο», υπογράμμισε ότι η Ιερά Μητρόπολη έχει όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να διεκδικήσει την επιστροφή των θησαυρών που ανήκουν στον φυσικό και ιστορικό τους χώρο.

Στο επίκεντρο της ομιλίας βρέθηκαν η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, την οποία χαρακτήρισε «Φάρο Πνεύματος, Παιδείας και Πολιτισμού» και αρχιτεκτονικό αριστούργημα του 13ου αιώνα, καθώς και ο Μητροπολιτικός Ναός των Αγίων Θεοδώρων Σερρών.

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε λόγο για «πολιτιστικώς ειδεχθή τυμβωρυχία», αναφερόμενος στις λεηλασίες του 1917 και του 1942, όταν αφαιρέθηκαν ιερά λείψανα, χειρόγραφοι κώδικες, βυζαντινές εικόνες και άλλα πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια.

Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή που παρουσίασε, το 1917, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, βουλγαρικό απόσπασμα κατέλαβε την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου. Μετά από απειλές κατά των μοναχών και την εκτόπισή τους, ακολούθησε λεηλασία με βάση καταλόγους που είχαν προηγουμένως συνταχθεί από τον Vladimir Sis, ο οποίος είχε εμφανιστεί ως μελετητής βυζαντινών μνημείων.

Κατά την καταγραφή του Επισκόπου Καμπανίας Διοδώρου, από τη βιβλιοθήκη της Μονής εκλάπησαν 313 χειρόγραφα: 100 σε μεμβράνη, 200 χαρτώα, 4 χρυσόβουλα βυζαντινών αυτοκρατόρων, 5 πατριαρχικά σιγίλλια και 4 αρχαίοι κώδικες. Η καταγραφή αυτή, όπως ανέφερε ο κ. Παυλόπουλος, επιβεβαιώθηκε από αυτόπτες μάρτυρες και μεταγενέστερες έρευνες.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στους δύο σημαντικούς κώδικες της Μονής, γνωστούς ως Συλλογή Α και Συλλογή Β. Η Συλλογή Α, που περιείχε το Τυπικό της Μονής και αντίγραφα χρυσοβούλων και πατριαρχικών σιγιλλίων, εντοπίστηκε στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Πράγας. Η Συλλογή Β, με έγγραφα από το 1279 έως το 1800, βρίσκεται σήμερα στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev.

Ο κ. Παυλόπουλος υπενθύμισε ότι η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ του 1919 υποχρέωνε τη Βουλγαρία να επιστρέψει στην Ελλάδα τα αρπαγέντα βιβλία, αρχεία, αρχαιότητες και εκκλησιαστικά κειμήλια. Αν και το 1923 παραδόθηκε στην ελληνική πλευρά ένας αριθμός αντικειμένων, η Βουλγαρία, όπως σημείωσε, κράτησε το μεγαλύτερο μέρος των κλαπέντων.

Μάλιστα, επί δεκαετίες αρνούνταν την ύπαρξη ελληνικών χειρογράφων στις βιβλιοθήκες της, μέχρι που το 1990, σε διεθνές συνέδριο του Κέντρου Ivan Dujcev, αποκαλύφθηκε ότι σχεδόν όλα τα κλεμμένα χειρόγραφα των μονών της Ανατολικής Μακεδονίας και του Μητροπολιτικού Ναού των Αγίων Θεοδώρων βρίσκονταν στο συγκεκριμένο ίδρυμα.

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας στάθηκε και στη δεύτερη μεγάλη αρπαγή, τον Αύγουστο του 1942, κατά τη βουλγαρική κατοχή. Τότε, όπως ανέφερε, από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου αφαιρέθηκαν 22 βυζαντινές φορητές εικόνες, δύο φύλλα από τρίπτυχα, δύο αντιμήνσια, τρεις στάμπες με πρόσωπα και πέντε χαρτώα χειρόγραφα με δερμάτινη θήκη.

Για τα αντικείμενα αυτά υπήρξε, όπως είπε, ακόμη και πρωτόκολλο «παραλαβής», το οποίο μετά την απελευθέρωση εστάλη στις αρμόδιες ελληνικές αρχές και στην Ελληνική Αντιπροσωπεία της Διασυμμαχικής Επιτροπής στη Σόφια, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Στο νομικό μέρος της ομιλίας του, ο Προκόπιος Παυλόπουλος υποστήριξε ότι οι αξιώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης παραμένουν πλήρως ενεργές. Όπως τόνισε, δεν υφίσταται παραγραφή ή απαλλαγή της Βουλγαρίας από την υποχρέωση επιστροφής των κλαπέντων.

Η νομική βάση της διεκδίκησης στηρίζεται, όπως εξήγησε, στη Συνθήκη του Νεϊγύ του 1919 και στη Σύμβαση της Χάγης του 1954 για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης.

Σύμφωνα με τον κ. Παυλόπουλο, η Σύμβαση της Χάγης έχει πλέον αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα στο Διεθνές Δίκαιο, ισχύει erga omnes και μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και για πολιτιστικά αγαθά που εκλάπησαν πριν από την έναρξη ισχύος της. Ως παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση της «Αφροδίτης της Κυρήνης», όπου η ιταλική δικαιοσύνη δικαίωσε την επιστροφή αρχαιότητας στη Λιβύη.

Παράλληλα, επισήμανε ότι υπάρχει και ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση της Χάγης. Ειδική αναφορά έκανε στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2024, με το οποίο ζητήθηκε από τη Ρωσία η επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που είχαν μεταφερθεί στο έδαφός της κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά συνέπεια, όπως υπογράμμισε, η Βουλγαρία, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει να επιστρέψει τα ιερά χειρόγραφα και κειμήλια που εκλάπησαν από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.

Ο κ. Παυλόπουλος κατέληξε ότι η διεκδίκηση πρέπει να κινηθεί τόσο μέσω της διπλωματικής όσο και μέσω της δικαστικής οδού, με ενεργό συνδρομή της Ελληνικής Πολιτείας.

Το μήνυμα της ομιλίας ήταν σαφές: τα κλεμμένα χειρόγραφα και κειμήλια δεν είναι απλώς αντικείμενα ιστορικής ή εκκλησιαστικής αξίας. Είναι κομμάτι της μνήμης, της ταυτότητας και της πνευματικής συνέχειας του Ελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας. Και η επιστροφή τους δεν αποτελεί χειρονομία καλής θέλησης, αλλά πράξη δικαιοσύνης.

Back to top button