Η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και διεθνή αγορά δεν αποτελεί απλώς μια ενεργειακή είδηση. Ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία και φέρνει στο προσκήνιο τις αντιφάσεις της πολιτικής της Ε.Ε απέναντι στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος επιδιώκει να περιορίσει το ενεργειακό κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές, ανακοίνωσε μέσω του Truth Social ότι, έπειτα από συνομιλία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, συμφωνήθηκε η διάθεση περισσότερων από 300.000 τόνων ντίζελ άμεσα, άλλων 500.000 τόνων τον Νοέμβριο, ενός εκατομμυρίου τόνων στη συνέχεια και πιθανών πρόσθετων παραδόσεων έως τριών εκατομμυρίων τόνων.
Για να καταστεί δυνατή η συγκεκριμένη συμφωνία, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε προσωρινή άδεια που επιτρέπει τις σχετικές κινήσεις έως τις 7 Απριλίου 2027. Ο Τραμπ παρουσίασε την εξέλιξη ως σημαντική παρέμβαση για τη μείωση των τιμών των καυσίμων, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση της προσφοράς θα έχει γρήγορα αποτελέσματα. Βέβαια, η εκτίμηση ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν σε επίπεδα ρεκόρ αποτελεί ισχυρισμό του Αμερικανού προέδρου και όχι επιβεβαιωμένο αποτέλεσμα.
Προεκλογικό δώρο του Πούτιν στον Τραμπ;
Η χρονική συγκυρία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με πολιτικές πιέσεις, μεταξύ άλλων εξαιτίας του κόστους ζωής και των τιμών των καυσίμων. Η εικόνα ενός προέδρου που εξασφαλίζει φθηνότερη ενέργεια, ιδιαίτερα για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους και τους οδηγούς φορτηγών, μπορεί να αξιοποιηθεί πολιτικά από τον Λευκό Οίκο.
Σε αυτό το πλαίσιο διατυπώνεται η εκτίμηση από πολλούς Αμερικανούς αναλυτές, ότι η κίνηση του Πούτιν μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος προεκλογικού δώρου προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Για τον Τραμπ, το όφελος θα μπορούσε να είναι η προβολή μιας συμφωνίας που υπόσχεται οικονομική ανακούφιση στους ψηφοφόρους του. Για τον Πούτιν, η επανείσοδος ρωσικών ενεργειακών προϊόντων στην αμερικανική αγορά θα μπορούσε να δημιουργήσει έσοδα και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Μόσχας.
Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για μια περιορισμένη εμπορική συμφωνίαή για μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επαναπροσέγγισης των δύο δυνάμεων. Η αντίδραση στην Ουάσιγκτον δείχνει ότι η απόφαση δεν είναι χωρίς πολιτικό κόστος. Έξι Αμερικανοί γερουσιαστές, από το Ρεπουμπλικανικό και το Δημοκρατικό Κόμμα, ζήτησαν την ανατροπή της, επικαλούμενοι τις κυρώσεις και τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στη ρωσική ενεργειακή δραστηριότητα. Παράλληλα, ειδικοί αμφισβητούν κατά πόσο οι εισαγωγές θα επηρεάσουν αισθητά τις τιμές.
Nord Stream: Η επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στο τραπέζι
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι συζητήσεις για την ενεργειακή συνεργασία δεν περιορίζονται στο ντίζελ. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters στις 8 Οκτωβρίου, Αμερικανοί και Ρώσοι αξιωματούχοι εξετάζουν πιθανά επιχειρηματικά σχέδια που συνδέονται με τους αγωγούς Nord Stream. Στις επαφές φέρονται να συμμετέχουν ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Ρώσος Κίριλ Ντμίτριεφ. Εδώ βρίσκεται η ουσία της νέας ενεργειακής συζήτησης.
Εάν συμβεί αυτό, θα πέσουν οι τιμές των καυσίμων και της ενέργειας στην Ευρώπη στα επίπεδα προ πολέμου, ή θα είμαστε σχεδόν στα ίδια; Διότι από αυτό θα επωφελείται η Ρωσία διοχετεύοντας με φυσικό αέριο τους αγωγούς, και την εκμετάλλευση θα την έχουν οι ΗΠΑ. Οι επαναλειτουργία τους από τις δύο χώρες, οι οποίες με τη διαχείριση των δύο, θα ανεβάσουν το κόστος, οπότε για τους Ευρωπαίους και ιδίως για τους Γερμανούς, πιθανότατα να είναι ναι μεν μειωμένο από τα σημερινά επίπεδα, αλλά αρκετά αυξημένο από τα δεδομένα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Το Βερολίνο έχει επενδύσει πολιτικά στην υποστήριξη της Ουκρανίας και στην ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων, ενώ η επιστροφή στο ρωσικό φυσικό αέριο θα άνοιγε ξανά τη συζήτηση για την ενεργειακή εξάρτηση και την ασφάλεια της χώρας. Την ίδια στιγμή, στελέχη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) έχουν υποστηρίξει επανειλημμένα την επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα και την επιστροφή σε φθηνότερες προμήθειες ρωσικού φυσικού αερίου. Έτσι, το ενεργειακό ζήτημα αποκτά και εσωτερική πολιτική διάσταση στη Γερμανία, καθώς συνδέεται με το κόστος για τη βιομηχανία, τα νοικοκυριά και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η αμηχανία της Ευρώπης
Η ευρωπαϊκή αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκρίνει κανείς τη στάση της Ουάσιγκτον με τη στρατηγική που ακολουθεί το Βερολίνο. Η Ευρώπη επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία, επιδίωξε να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση και ανέλαβε σημαντικό οικονομικό κόστος για να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας φυσικού αερίου. Τώρα, όμως, βλέπει τις ΗΠΑ να διερευνούν επιχειρηματικές συμφωνίες που θα μπορούσαν να επαναφέρουν τη ρωσική ενέργεια στην ευρωπαϊκή αγορά, υπό διαφορετικούς όρους και με ενδεχόμενη της Αμερικής.
Το ερώτημα είναι εύλογο.
Εάν η ρωσική ενέργεια μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης για τις ΗΠΑ, γιατί η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο επανέναρξης των προμηθειών αποκλειστικά ως πολιτικό ταμπού; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με ένα απλό ναι ή όχι. Η ευρωπαϊκή πολιτική βασίζεται σε κυρώσεις που συνδέονται με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί αξιολόγηση του κόστους, της εξάρτησης και των κινδύνων για το μέλλον. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη φαίνεται να είναι σε μειονεκτική θέση, εάν ΗΠΑ και Ρωσία διαπραγματευτούν πρώτες τους όρους μιας μελλοντικής ενεργειακής συμφωνίας.
Εάν αμερικανικές εταιρείες αποκτήσουν ρόλο σε μια πιθανή επαναλειτουργία των Nord Stream, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποκτήσει οικονομική και ενεργειακή επιρροή σε έναν διάδρομο που μέχρι πρότινος αποτελούσε βασικό στοιχείο της γερμανικής ενεργειακής στρατηγικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τις κυρώσεις ή να επιστρέψει αυτομάτως στην προπολεμική ενεργειακή πραγματικότητα. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλει να εξετάσει με ρεαλισμό το κόστος των επιλογών της και να διασφαλίσει ότι δεν θα εξαρτάται από αποφάσεις τρίτων για την ενεργειακή της επάρκεια.
Το BBC, το σαμποτάζ στον Nord Stream και οι πολιτικές συνέπειες
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία έχει το δημοσίευμα του BBC για την έρευνα των γερμανικών αρχών σχετικά με τις εκρήξεις στους αγωγούς Nord Stream. Το βρετανικό δίκτυο παρουσιάζει τα στοιχεία που οδήγησαν τους ερευνητές στην Ουκρανία και στην ομάδα που φέρεται να οργάνωσε την επιχείρηση με τη χρήση του ιστιοπλοϊκού Andromeda.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Ουκρανός πρώην στρατιωτικός Serhii K., ο οποίος κατηγορείται ότι συντόνισε την επιχείρηση. Η γερμανική έρευνα αξιοποίησε, μεταξύ άλλων, στοιχεία που συνδέονται με το σκάφος, ευρήματα DNA και άλλα εγκληματολογικά δεδομένα. Ο κατηγορούμενος αρνείται την εμπλοκή του, ενώ το Κίεβο αρνείται ότι διέταξε την καταστροφή των αγωγών. Η υπόθεση οδηγείται σε δικαστική διαδικασία στο Αμβούργο, με τις κατηγορίες να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αδικήματα που σχετίζονται με έκρηξη και φερόμενο έγκλημα πολέμου λόγω επίθεσης σε πολιτική υποδομή.
Η υπόθεση έχει ήδη πολιτικές συνέπειες. Η Γερμανία είναι ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της Ουκρανίας και η αποκάλυψη στοιχείων που συνδέουν τους Ουκρανούς δράστες με την καταστροφή μιας κρίσιμης ευρωπαϊκής υποδομής προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Εάν η δικαστική διαδικασία αποδείξει ότι η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από κρατικά υποστηριζόμενους φορείς, οι πολιτικές επιπτώσεις θα είναι σημαντικές, τόσο για τις σχέσεις Βερολίνου και Κιέβου όσο και για τη δημόσια συζήτηση σχετικά με τη στρατιωτική βοήθεια.
Η οικολογική διάσταση του πολέμου και τα δύο μέτρα της Ευρώπης
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι οι περιβαλλοντικές συνέπειες των επιθέσεων στον Εύξεινο Πόντο. Στις αρχές Οκτωβρίου, δεξαμενόπλοιο υπό σημαία Λιβερίας, το Rio, τυλίχθηκε στις φλόγες έπειτα από επίθεση με άναδρο θαλάσσιο σκάφος, σύμφωνα με τις ρωσικές αρχές. Το περιστατικό ανέδειξε τους κινδύνους που δημιουργούν οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται καύσιμα και άλλα επικίνδυνα φορτία.
Η έκταση της θαλάσσιας ρύπανσης είναι τεράστια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταδικάσει τις επιθέσεις σε πολιτικά πλοία. Και παρόλα αυτά οι Ουκρανοί συνεχίζουν να πλήττουν στον Εύξεινο Πόντο. Ανάλογο περιστατικό με πιθανόν ίδιο στόχο είχαμε και το περασμένο καλοκαίρι εντός Ελληνικών χωρικών υδάτων στη Λευκάδα. Επίσης ο πρόεδρος Τραμπ είχε τονίσει πολλές φορές στον πρόεδρο Ζελένσκι να μη χτυπά ενεργειακές υποδομές στη Ρωσία, διότι αυτό επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία όσον αφορά την ενέργεια. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως βλέπουμε, ο πρόεδρος Ζελένσκι, αγνοεί τις συστάσεις Ευρωπαίων και Αμερικανών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ή με όποιες συνέπειες πιθανότατα να έχει στο μέλλον.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής προς την ευρωπαϊκή πολιτική. Η Ευρώπη έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο σε περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, από τη μείωση των πλαστικών μιας χρήσης μέχρι την προώθηση χάρτινων καλαμακίων και άλλων εναλλακτικών προϊόντων. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος απειλεί θαλάσσια οικοσυστήματα, εμπορικές μεταφορές και ανθρώπινες ζωές. Οι πολιτικές για το περιβάλλον δεν είναι ασήμαντες, αλλά δεν μπορούν να εξαντλούνται σε συμβολικές παρεμβάσεις στην καθημερινή κατανάλωση, όταν οι μεγάλοι κίνδυνοι απαιτούν διεθνή συνεργασία, αποτελεσματική επιτήρηση και λογοδοσία.
Η επόμενη ημέρα και τα πραγματικά συμφέροντα
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ, οι συνομιλίες για τους Nord Stream και η δικαστική διερεύνηση του σαμποτάζ συνθέτουν μια νέα εικόνα για την ενεργειακή και γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται διατεθειμένη να εξετάσει συναλλαγές με τη Μόσχα, εφόσον θεωρεί ότι αυτές εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει τις ενεργειακές της εξαγωγές και να ανακτήσει πρόσβαση σε αγορές από τις οποίες απομακρύνθηκε μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, καλείται να διαχειριστεί το κόστος των κυρώσεων και τον κίνδυνο να μείνει εκτός μιας μελλοντικής ενεργειακής συμφωνίας.
Ο Τραμπ επιχειρεί να παρουσιάσει την ενεργειακή συμφωνία ως άμεσο όφελος για τους Αμερικανούς. Η Ευρώπη πρέπει να υπερασπιστεί τα οικονομικά και στρατηγικά της συμφέροντα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποδείξει ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς ένα εμπορικό προϊόν. Είναι εργαλείο ισχύος, μέσο πίεσης και παράγοντας που επηρεάζει την ασφάλεια, την οικονομία και την πολιτική ανεξαρτησία των κρατών.
Όποιος διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας θα αποκτήσει σημαντικό πλεονέκτημα. Και το ερώτημα για την Ευρώπη είναι εάν θα συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση αυτών των όρων ή αν θα κληθεί, για ακόμη μία φορά, να προσαρμοστεί σε αποφάσεις που θα έχουν ληφθεί για την ίδια, χωρίς την ίδια.