Σοβαρές αντιδράσεις έχει προκαλέσει στη Λιθουανία η αποκάλυψη ότι δημοσιεύσεις αφιερωμένες στη Γενοκτονία των Αρμενίων αφαιρέθηκαν προσωρινά από την ιστοσελίδα των κρατικών αρχείων της χώρας έπειτα από πιέσεις της τουρκικής πρεσβείας και άτυπες παρεμβάσεις που αποδίδονται στο λιθουανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικούς κύκλους της Λιθουανίας στις 8 Μαΐου, όλο το σχετικό υλικό επανήλθε στην ιστοσελίδα των αρχείων, προκαλώντας νέα πολιτική συζήτηση γύρω από τις τουρκικές πιέσεις σε ζητήματα ιστορικής μνήμης και αναγνώρισης γενοκτονιών.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε στις αρχές Μαΐου μέσα από έρευνα της λιθουανικής εθνικής υπηρεσίας ειδήσεων ELTA, η οποία αναδημοσιεύθηκε και από το LRT.lt. Το ρεπορτάζ βασίστηκε σε μαρτυρία εργαζομένου στα κρατικά αρχεία, ο οποίος αποκάλυψε ότι είχε προηγηθεί παρέμβαση της τουρκικής διπλωματικής αποστολής.
Η επικεφαλής της Κεντρικής Υπηρεσίας Αρχείων της Λιθουανίας, Inga Zakšauskienė, επιβεβαίωσε ότι στις 28 Απριλίου πραγματοποιήθηκε επείγουσα συνάντηση με εκπροσώπους της τουρκικής πρεσβείας. Σύμφωνα με την ίδια, η τουρκική πλευρά κατηγόρησε τα κρατικά αρχεία ότι «πολιτικοποιούν» το ζήτημα της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
«Εκφράστηκε ανησυχία για το γιατί τα Κρατικά Αρχεία επιτρέπουν στον εαυτό τους να δημοσιεύουν και να διαδίδουν αυτό που μπορεί να θεωρηθεί πολιτικό ζήτημα», δήλωσε η Zakšauskienė στην ELTA.
Η ίδια, ωστόσο, απέρριψε πλήρως αυτή τη λογική, τονίζοντας ότι η ιστορική έρευνα και η τεκμηρίωση γεγονότων δεν αποτελούν πολιτική πράξη. Μάλιστα, συνέκρινε τη στάση της Τουρκίας με τη ρωσική άρνηση για τις εκτοπίσεις Λιθουανών στη Σιβηρία.
«Η Ρωσία επίσης δεν αναγνωρίζει ότι εκτόπισε Λιθουανούς στη Σιβηρία, αλλά δεν το συζητάμε αυτό. Η Τουρκία έχει τη δική της θέση για το ζήτημα της αρμενικής γενοκτονίας, αλλά αυτή είναι η δική τους άποψη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η επικεφαλής των αρχείων υπογράμμισε ότι η θέση της παραμένει ξεκάθαρη: «Δεν πρόκειται απολύτως για πολιτικό ζήτημα. Είναι καταγραφή ιστορικών γεγονότων που έχουν επιβεβαιωθεί από επιστημονική έρευνα».
Παράλληλα αποκάλυψε ότι δεν υπήρξε καμία επίσημη επιστολή ή τηλεφωνική παρέμβαση από την τουρκική πλευρά, περιγράφοντας τη συνάντηση ως άσκηση «ήπιας ισχύος» και διπλωματικής πίεσης.
Την ίδια στιγμή, η επικεφαλής του τμήματος διάδοσης εγγράφων των κρατικών αρχείων, Džiuginta Abromaitienė, επιβεβαίωσε ότι υπήρξε ανεπίσημη επικοινωνία και από το λιθουανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Όπως δήλωσε, το υπουργείο εξέφρασε ανησυχία ότι οι δημοσιεύσεις για τη Γενοκτονία των Αρμενίων θα μπορούσαν να «βλάψουν τις μακροχρόνιες σχέσεις μεταξύ Λιθουανίας και Τουρκίας».
Το υπουργείο Εξωτερικών της Λιθουανίας, πάντως, αρνήθηκε ότι έδωσε οποιαδήποτε οδηγία ή σύσταση προς τα κρατικά αρχεία ή άλλες κρατικές υπηρεσίες.
Από την πλευρά της, η τουρκική πρεσβεία εξέδωσε αναλυτική ανακοίνωση με την οποία αμφισβήτησε τόσο τις δημοσιεύσεις όσο και την ίδια την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το λιθουανικό κοινοβούλιο το 2005.
Η Άγκυρα υποστήριξε ότι ούτε ένα κοινοβουλευτικό ψήφισμα ούτε πολιτικές δηλώσεις μπορούν να καθορίσουν αν τα γεγονότα του 1915 συνιστούν γενοκτονία, επικαλούμενη τη Σύμβαση του ΟΗΕ του 1948 και υποστηρίζοντας ότι μόνο αρμόδια διεθνή δικαστήρια μπορούν να αποφανθούν.
Παράλληλα, η τουρκική πρεσβεία χαρακτήρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων «αφήγημα» και όχι «αδιαμφισβήτητο γεγονός», ισχυριζόμενη ότι τα γεγονότα του 1915 παραμένουν αντικείμενο «νόμιμης ιστορικής συζήτησης».
Η ανακοίνωση προκάλεσε αντιδράσεις στη Λιθουανία, καθώς θεωρήθηκε προσπάθεια παρέμβασης σε ζητήματα ιστορικής μνήμης και ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Υπενθυμίζεται ότι το λιθουανικό κοινοβούλιο είχε αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων στις 15 Δεκεμβρίου 2005, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επίσης προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση από το 2015.
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το πώς η Τουρκία επιχειρεί να ασκήσει διπλωματική πίεση σε ευρωπαϊκά κράτη και θεσμούς κάθε φορά που τίθεται δημόσια το ζήτημα της Γενοκτονίας των Αρμενίων.