breaking newsΔιεθνή

Ο θεσμός του επιτίμου διδάκτορος, η περίπτωση του Ευάγγελου Βενιζέλου και η γεωπολιτική έννοια του «κατέχοντος» του Peter Thiel.

 

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).

 

Ο γνωστός Ευάγγελος Βενιζέλος ως καθηγητής συνταγματικού δικαίου της μεταπολιτευτικής Ελλάδος, συνδέθηκε πρωτίστως με τη νομική σχολή του αριστοτέλειου πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, ενώ η πολιτική του πορεία τον κατέστησε κεντρικό παράγοντα της ελληνικής δημόσιας ζωής επί δεκαετίες. Η απονομή τιμητικού πανεπιστημιακού τίτλου (6.5.26), της νομικής Αθηνών προς το πρόσωπό του δεν αποτελεί έκπληξη υπό την έννοια της δημόσιας αναγνωρισιμότητας και της θεσμικής επιρροής του. Ωστόσο, η απονομή τίτλου επιτίμου διδάκτορος της θεολογίας προκαλεί εύλογες επιστημονικές και ακαδημαϊκές απορίες. Το ζήτημα δεν αφορά προσωπικά τον ίδιο, αλλά την ευρύτερη έννοια του θεσμού, των τιμητικών διδακτορικών και τα κριτήρια με τα οποία αυτά απονέμονται απ’ τα πανεπιστήμια. Ο θεσμός του επιτίμου διδάκτορος δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην τυπικές σπουδές, στο αντίστοιχο γνωστικό αντικείμενο. Στην πανεπιστημιακή παράδοση της Ευρώπης και της Ελλάδος, ο τίτλος απονέμεται συχνά είτε για εξαιρετική επιστημονική συμβολή, για κοινωνική, πολιτική προσφορά, για ενίσχυση του κύρους του ιδρύματος, για ευρύτερη παρέμβαση σε ζητήματα που άπτονται του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου και που μπορούν να προάγουν την επιστήμη.

Υπό αυτή την έννοια, ένας νομικός και πολιτικός ηγέτης μπορεί να αναγορευθεί επίτιμος διδάκτωρ θεολογίας, δίχως να είναι θεολόγος, με τη στενή πανεπιστημιακή έννοια του όρου. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ελληνική ιδιομορφία· συναντάται διεθνώς σε δυτικά  πανεπιστήμια που επιλέγουν να αναγνωρίζουν τη συμβολή ενός προσώπου στον δημόσιο διάλογο περί θρησκείας, πολιτισμού, εκκλησιαστικών σχέσεων ή ανθρωπιστικών αξιών. Εντούτοις, εδώ ανακύπτει ένα βαθύτερο ερώτημα, μέχρι ποίου σημείου ο τιμητικός τίτλος παραμένει πανεπιστημιακή διάκριση και από ποιο σημείο μετατρέπεται σε συμβολική ή πολιτική πράξη;

Η θεολογία, ως επιστήμη, δεν αποτελεί απλή πολιτισμική αναφορά. Διαθέτει συγκεκριμένη επιστημονική μεθοδολογία, ιστορική βιβλική και πατερική παράδοση, ερμηνευτική σχολή, δογματικό υπόβαθρο και μία πολύ μακρά ερευνητική παράδοση. Συνεπώς, όταν ένας μη θεολόγος, λαμβάνει την ανώτατη θεολογική τιμή, κάτι πολύ σπάνιο, είναι εύλογο να δημιουργείται ο δημόσιος διάλογος περί της πανεπιστημιακής αυστηρότητας των κριτηρίων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του Καθ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην έννοια του «κατέχοντος» ή το «κατέχον». Η έννοια αυτή προέρχεται απ’ τη Β΄ Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του Απόστολου Παύλου, όπου γίνεται λόγος για εκείνον που «κατέχει» κάτι, δηλαδή που εμποδίζει, που συγκρατεί τη δημόσια εμφάνιση και δράση του αντι-χρίστου, έως τον προσδιορισμένο ιστορικό χρόνο.

Η σχετική Παύλεια αναφορά υπήρξε αντικείμενο εκτεταμένης θεολογικής, φιλοσοφικής και πολιτικής ερμηνείας επί αιώνες έως σήμερα. Στη νεότερη δυτικίζουσα και προτεσταντίζουσα πολιτική θεολογία και φιλοσοφία, καθώς και μέσω του Carl Schmitt, το «κατέχον» απέκτησε μία γεωπολιτική και κρατική διάσταση (όχι ορθόδοξη), ως δήθεν μία δύναμη που συγκρατεί το χάος, την κοσμογονική αποσύνθεση και την παγκόσμια ιστορική κατάρρευση της τάξεως. Όταν λοιπόν ένας έλληνας συνταγματολόγος και πολιτικός, χρησιμοποιεί τον όρο το «κατέχον», δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην ορθόδοξη δογματική θεολογία, αλλά περισσότερο σε μία δυτικίζουσα έννοια πολιτικής θεολογικής συγκράτησης της κρίσεως, της απορρύθμισης και της θεσμικής αποσύνθεσης που κυριαρχεί στην Εσπερία του προτεσταντικού και ρωμαιοκαθολικού κόσμου.

Πρόκειται ουσιαστικά για μία δυτικίζουσα έκφραση της μετάβασης απ’ τη βιβλική και ορθόδοξη πατερική θεολογία, στην δυτικίζουσα πολιτική θεολογική εσχατολογία, για τη θεωρία του κράτους, της πολιτικής σταθερότητας και το μετανθρωπισμό (transhumanism).

Εδώ ακριβώς διακρίνεται και η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης των λεγομένων του καθ. Ε. Βενιζέλου, ενώ δεν είναι θεολόγος, με την κλασική πανεπιστημιακή έννοια, όμως ως επιστήμων του δημοσίου δικαίου, χρησιμοποιεί τα δυτικά πολιτικο-θεολογικά και φιλοσοφικά σχήματα, για να ερμηνεύσει τη λειτουργία του κράτους, των θεσμών, την παγκόσμια τεχνοκρατία, την τεχνητή νοημοσύνη, τον αντι-χριστο, τη μετα-ανθρώπινη εποχή και της ιστορίας, και με τα επιστημονικά υλικά του δισεκατομμυριούχου γερμανο-αμερικάνου Peter Thiel, ο οποίος επηρεάστηκε από τον Rene Girard. Η συζήτηση παραμένει ανοικτή και αγγίζει τον ίδιο τον θεσμικό χαρακτήρα του πανεπιστημίου στη σύγχρονη εποχή, δηλαδή εάν το πανεπιστήμιο είναι αποκλειστικά μόνο χώρος αυστηρής επιστημονικής εξειδίκευσης ή θεσμός πολιτισμικής νομιμοποίησης προσωπικοτήτων με ευρύτερη δημόσια επιρροή.

Η αναφερθείσα έννοια του «κατέχοντος» προέρχεται από τη Β΄ Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του Απόστολου Παύλου (Β΄ Θεσσ. 2:6-7), όπου ο Απόστολος αναφέρεται σε μία δύναμη που «συγκρατεί» προσωρινά την πλήρη εμφάνιση της αποστασίας και του «ανθρώπου της ανομίας», δηλαδή του αντι-χρίστου. Το κείμενο λέγει χαρακτηριστικά: «καὶ νῦν τὸ κατέχον οἴδατε… μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται». Η διάκριση είναι ουσιώδης, το «κατέχον» (ουδέτερο γένος), ερμηνεύθηκε εσφαλμένα ως μία απρόσωπη δύναμη ή ένας θεσμός, που συγκρατεί το χάος και την αποσύνθεση. Ο «κατέχων» (αρσενικό γένος), θεωρήθηκε προσωπική αρχή ή φορέας εξουσίας, που επιτελεί αυτόν τον ρόλο.

Ας διευκρινίσουμε ότι στην ορθόδοξη πατερική ερμηνευτική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας εμφανίσθηκαν διάφορες ερμηνείες και προσεγγίσεις, μεταξύ αυτών και η αίρεση της Μεσοβασιλείας ή Ορθόδοξου Χιλιασμού. Διάφορες απόψεις και μοντέρνων προτεσταντών των τελευταίων καιρών, αφορούν και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη νόμιμη κρατική εξουσία, τη θεία πρόνοια, ακόμη και την ίδια τη παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία. Γι’ αυτό προτείνω στις σχολές των νομικών, των πολιτικών επιστημών να διδάσκεται το Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο, καθότι το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδος το θεμελιώνει με το Προοίμιό του.

Ο ρήτωρ, αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, συνέδεσε το «κατέχον» κυρίως με τη ρωμαϊκή πολιτειακή τάξη, θεωρώντας ότι όσο υφίσταται η οργανωμένη εξουσία, αναστέλλεται η πλήρης επικράτηση της ανομίας και της δημόσιας εμφάνισης του αντι-χρίστου. Επίσης, ο ίδιος ο ι.πατήρ μας δίνει τον ορισμό του αντι-χρίστου «άνθρωπος τις την πάσαν ενέργειαν του σατανά εν εαυτώ δεχόμενος», δηλαδή πρόσωπο όχι ιδέα, που θα δεχθεί όλη την σατανική ενέργεια μέσα του πρβλ. περισσότερα στην διδακτορική διατριβή, Παναγόπουλος Π. Αλέξιος, Οι εσχατολογικές διαστάσεις της παιδαγωγίας κατά ι.Χρυσόστομο (υποστηριχθείσα στο κρατικό πανεπιστήμιο αν.Σεράγιεβο, υπό την εποπτεία του μακαριστού καθηγητή μητροπολίτη Αμφιλοχίου Ράντοβιτς).

Στη νεότερη Δυτική και προτεσταντική πολιτική φιλοσοφία, αλλά και μέσω του Carl Schmitt, το «κατέχον» απέκτησε και μία γεωπολιτική σημασία, που είναι η δύναμη εκείνη να συγκρατεί την ιστορική κατάρρευση, τον μηδενισμό και το χάος της κοινωνίας. Έτσι, η έννοια μεταφέρθηκε απ’ την πολιτική εσχατολογία, στη θεωρία του κράτους, του κράτους και του δικαίου και της διεθνούς τάξεως. Συνεπώς, για την προτεσταντίζουσα δυτική σκέψη το «κατέχον» στον νομομαθή Απόστολο Παύλο δεν είναι απλώς μία αποκαλυπτική εικόνα, αλλά μία βαθιά προφητική θεολογική και γεωπολιτική έννοια περί της δύναμης, η οποία καθυστερεί την αποσύνθεση, αποστασία, σύγχυση, διαστροφή του κόσμου, έως την εμφάνιση του «ανόμου» αντι-χρίστου.

Όμως, η προτεσταντίζουσα σκέψη, μένει στην επίγεια χιλιαστική αίρεση της Μεσοβασιλείας, δηλαδή δεν προχωρεί παρακάτω, ότι κατά την κατάλυση της κυριαρχίας και ηγεμονίας του ανόμου, μετά από τα επτά έτη της ανομίας του, μπαίνουμε στην τελική και ιστορική κρίση του κόσμου δηλ. στην Συντέλεια των αιώνων, με την ένδοξη Δευτέρα Παρουσία του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Κυρίου Ιησού Χριστού (κι αυτή την Ορθόδοξη θέση, ως συμπλήρωμα στον Peter Thiel, αρκετοί από μας θα περιμέναμε να ακούσουμε από τον Καθ. Ευάγγελο Βενιζέλο), πρβλ. περισσότερα στον περισπούδαστο τρίτο τόμο της Ορθοδόξου Δογματικής, του μακαριστού καθηγητή και οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς.

Back to top button