Γράφει ο Ανδρέας Θεοφάνους
Διαχρονικά, η Μέση Ανατολή αποτελεί πεδίο συγκρούσεων, όπου ιστορικές αντιπαλότητες, γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και ενεργειακά συμφέροντα συνθέτουν ένα περίπλοκο και συχνά ασταθές περιβάλλον. Τα πρόσφατα γεγονότα καταδεικνύουν ότι οι κρίσεις στην περιοχή δεν περιορίζονται εντός των γεωγραφικών της ορίων, αλλά επηρεάζουν ολόκληρο τον πλανήτη, δημιουργώντας σοβαρές προκλήσεις σε ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας και μεταναστευτικών ροών. Για την Κύπρο, λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας αλλά και της ιδιότητάς της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Παράλληλα, αναδεικνύονται τόσο οι αδυναμίες της ΕΕ στην περιοχή όσο και η επιτακτική ανάγκη για έναν πιο ενεργό ρόλο της.
Στην ιστορική της διαδρομή, η Κύπρος βρέθηκε επανειλημμένα υπό την επιρροή ή τον έλεγχο της εκάστοτε κυρίαρχης δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο. Το 1878 περιήλθε υπό βρετανική διοίκηση, ως αποτέλεσμα γεωπολιτικών εξελίξεων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Βρετανία, στηρίζοντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία έναντι της καθόδου της Τσαρικής Ρωσίας προς το Αιγαίο και την Κωνσταντινούπολη, εξασφάλισε ως αντάλλαγμα την Κύπρο – ένα νησί με διαχρονική γεωστρατηγική αξία.
Η θέση της Κύπρου στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, της προσδίδει ιδιαίτερη σημασία. Γειτνιάζοντας με την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή, αποτελεί σημείο συνάντησης τριών μεγάλων θρησκειών – Ιουδαϊσμού, Χριστιανισμού και Ισλάμ – καθώς και γέφυρα μεταξύ Βορρά και Νότου, Ανατολής και Δύσης.
Μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας της, η οποία ήταν εκ των πραγμάτων δεσμευμένη, η Κύπρος ακολούθησε πολιτική αδέσμευτου προσανατολισμού. Παρά το γεγονός ότι οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις ήταν μέλη του ΝΑΤΟ, ο Πρόεδρος Μακάριος και η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων θεώρησαν ότι η επιλογή αυτή εξυπηρετούσε καλύτερα την πλήρη κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του κράτους.
Κατά την ίδια περίοδο, η Λευκωσία διατηρούσε φιλοαραβικό προσανατολισμό, με τις σχέσεις της με το Ισραήλ να παραμένουν περιορισμένες. Ενδεικτικό είναι ότι, με τον θάνατο του Προέδρου Νάσερ το 1970, οι σημαίες στην Κύπρο κυμάτιζαν μεσίστιες επί τριήμερο. Στον πόλεμο του 1973, η Κύπρος υιοθέτησε ρητορικά φιλοαραβική στάση, ενώ η Ελλάδα επιχείρησε να τηρήσει ουδετερότητα. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη και, στη συνέχεια, το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, οδήγησαν στις δραματικές εξελίξεις του 1974, υπό τη σκιά και της στάσης του τότε Αμερικανού ΥΠΕΞ Χένρι Κίσινγκερ.
Η σταδιακή αναβάθμιση των σχέσεων Κύπρου και Ελλάδας με το Ισραήλ ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990, επί Κληρίδη και Μητσοτάκη. Σημαντική υπήρξε και η συμβολή του Σιμόν Πέρες, ο οποίος υποστήριξε την ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου, θεωρώντας ότι η επέκταση της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο εξυπηρετούσε τα ισραηλινά συμφέροντα.
Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας μετά το 2009 οδήγησε σε ουσιαστική εμβάθυνση της συνεργασίας του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα. Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στη Γάζα, η Κύπρος βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα μεταξύ ρεαλπολιτίκ και προσήλωσης στο Διεθνές Δίκαιο – ένα δίλημμα που παραμένει και απαιτεί προσεκτικές ισορροπίες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό απούσα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, παρά τις άμεσες επιπτώσεις που αυτές έχουν στα κράτη-μέλη της. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι αυξημένες μεταναστευτικές ροές αποτελούν μόνο ορισμένες από τις συνέπειες της αστάθειας στην περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο η Κύπρος όσο και η ΕΕ οφείλουν να διαμορφώσουν μια συνεκτική και ολοκληρωμένη στρατηγική για τη Μέση Ανατολή. Βασικοί στόχοι πρέπει να είναι η προώθηση της ειρηνικής επίλυσης των συγκρούσεων, η διαχείριση των περιβαλλοντικών προκλήσεων και η ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας.
Η Κύπρος, ειδικότερα, μπορεί να διεκδικήσει έναν αναβαθμισμένο ρόλο. Καταρχάς, οφείλει να αποφύγει την εμπλοκή της στις συγκρούσεις. Παράλληλα, μπορεί να εξελιχθεί σε κέντρο ανθρωπιστικών επιχειρήσεων, αλλά και σε κόμβο διαλόγου για ζητήματα χαμηλής και υψηλής πολιτικής στην περιοχή. Τέλος, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Μέσης Ανατολής.
Για την υλοποίηση αυτών των στόχων απαιτούνται σημαντικές προϋποθέσεις, όπως η ουσιαστική ενίσχυση των δεξαμενών σκέψης και της στρατηγικής ανάλυσης. Πάνω απ’ όλα, όμως, προϋπόθεση αποτελεί η μετατροπή της Κύπρου σε ένα σύγχρονο, αξιόπιστο και πρότυπο κράτος, ικανό να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής.