Αντιδράσεις προκαλεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η νέα έκθεση για την Τουρκία, την οποία υπογράφει ο Ισπανός σοσιαλιστής ευρωβουλευτής Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, μόνιμος εισηγητής της Ευρωβουλής για την Τουρκία από το 2019.
Ο Σάντσεθ Αμόρ, ευρωβουλευτής του PSOE και μέλος της πολιτικής ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, συμμετέχει στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και στην Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα τελευταία χρόνια έχει συντάξει τις ετήσιες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία, βασισμένες στις αξιολογήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η φετινή έκθεση, αν και χαρακτηρίζεται από ορισμένες πλευρές πιο συγκεκριμένη και αναλυτική σε επιμέρους σημεία σε σχέση με προηγούμενες, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από Ελληνοκύπριους ευρωβουλευτές, οι οποίοι θεωρούν ότι δεν αποτυπώνει με την απαιτούμενη αυστηρότητα τη στάση της Άγκυρας απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία και στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Λουκάς Φουρλάς και ο Κυριάκος Χατζηπαντέλας από το ΕΛΚ αναμένεται να τηρήσουν αποχή. Αντίστοιχη στάση αναμένεται και από τον Κώστα Μαυρίδη των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, καθώς και από τον Γιώργο Γεωργίου της Αριστεράς. Πληροφορίες αναφέρουν επίσης ότι ο Φειδίας Παναγιώτου προσανατολίζεται σε αποχή ή καταψήφιση, όπως και ο Γεάδης Γεάδη από το ECR.
Η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ουσιαστικά «παγωμένη» από το 2018, λόγω έλλειψης προόδου στα κριτήρια της Κοπεγχάγης, που αφορούν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Η επανεκκίνηση της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει χωρίς απτές μεταρρυθμίσεις από την Άγκυρα.
Ο Σάντσεθ Αμόρ διαχωρίζει την κανονιστική διαδικασία ένταξης, η οποία απαιτεί εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές αξίες, από την πρακτική συνεργασία με την Τουρκία σε τομείς όπως η γεωπολιτική, η μετανάστευση, η ασφάλεια και το εμπόριο. Υποστηρίζει τη συνέχιση του διαλόγου υψηλού επιπέδου και μια σταδιακή, αναστρέψιμη συνεργασία σε πεδία αμοιβαίου ενδιαφέροντος, υπό την προϋπόθεση του σεβασμού των ευρωπαϊκών αξιών και του διεθνούς δικαίου.
Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη αναφορά στην Τουρκία ως «σημαντικό στρατηγικό εταίρο» έχει προκαλέσει ενόχληση σε αρκετούς ευρωβουλευτές. Οι επικριτές της έκθεσης θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός υποβαθμίζει την πραγματική εικόνα των ευρωτουρκικών σχέσεων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Κύπρο, το κράτος δικαίου και τις τουρκικές υποχρεώσεις έναντι όλων των κρατών-μελών της ΕΕ.
Ερωτήματα εγείρονται επίσης για το κατά πόσο η ισπανική προέλευση του εισηγητή επηρεάζει την πολιτική προσέγγιση της έκθεσης, δεδομένων των ιδιαίτερα θερμών σχέσεων Μαδρίτης και Άγκυρας. Η Ισπανία διατηρεί στενή οικονομική και αμυντική συνεργασία με την Τουρκία, με διμερές εμπόριο που έφτασε τα 20,6 δισ. δολάρια το 2025 και με στόχο τα 25 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια.
Στον αμυντικό τομέα, η συνεργασία των δύο χωρών είναι επίσης πυκνή. Η Ισπανία έχει αναπτύξει συστήματα Patriot στην Τουρκία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ισπανικές εταιρείες έχουν συνεργαστεί σε ναυτικά προγράμματα όπως το TCG Anadolu, ενώ υπάρχουν αναφορές για τουρκικό ενδιαφέρον σε ισπανικά αεροσκάφη Hürjet και για συμμετοχή της Ισπανίας στην παραγωγή Eurofighter Typhoon που αγοράζει η Τουρκία.
Πέρα από τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως στρατηγικού εταίρου, διαφωνίες προκαλεί και η θετική αναφορά στον ρόλο της Άγκυρας στις εξελίξεις στη Συρία. Επικρίσεις διατυπώνονται επίσης για την προτροπή επανέναρξης των διαπραγματεύσεων αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ–Τουρκίας, τη στιγμή που, σύμφωνα με τους επικριτές, η Τουρκία εξακολουθεί να μην εφαρμόζει πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι όλων των κρατών-μελών, περιλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και σε δύο σημεία που αφορούν άμεσα το Κυπριακό. Το πρώτο αφορά την απουσία σαφούς αναφοράς στην πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια μιας επανενωμένης Κύπρου. Πρόκειται για διατύπωση που περιλαμβάνεται διαχρονικά στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά –σύμφωνα με τις ενστάσεις– δεν αποτυπώνεται με την ίδια καθαρότητα στο τελικό κείμενο της έκθεσης.
Το δεύτερο σημείο αφορά τις αναφορές στις λεγόμενες «συγκλίσεις» των συνομιλιών για το περιουσιακό. Επικριτές της έκθεσης υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες διατυπώσεις μπορεί να ερμηνευθούν ως προτεραιότητα του σημερινού χρήστη μιας περιουσίας έναντι του νόμιμου ιδιοκτήτη. Μια τέτοια προσέγγιση, όπως τονίζουν, θα ερχόταν σε σύγκρουση με τις αρχές προστασίας της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Οι επικριτές ζητούν αυστηρότερη ευρωπαϊκή στάση έναντι της Άγκυρας. Υποστηρίζουν ότι η ΕΕ δεν πρέπει να προχωρήσει σε οποιαδήποτε αναβάθμιση των σχέσεών της με την Τουρκία χωρίς συγκεκριμένα, μετρήσιμα και επαληθεύσιμα βήματα στα ζητήματα του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της εφαρμογής της Τελωνειακής Ένωσης και του σεβασμού της κυριαρχίας των κρατών-μελών.
Παράλληλα, τονίζουν ότι κάθε αναφορά σε επανέναρξη θεσμικών διαλόγων ή σε ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας πρέπει να συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της Τουρκίας και με ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό.
Η συζήτηση γύρω από την έκθεση Σάντσεθ Αμόρ αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το βασικό δίλημμα της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία: από τη μία, την ανάγκη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με μια χώρα μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας· από την άλλη, την υποχρέωση της ΕΕ να υπερασπιστεί τις αρχές της, τα κράτη-μέλη της και το ίδιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Για την Κύπρο, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Κάθε διατύπωση για την Τουρκία, την Τελωνειακή Ένωση, το Κυπριακό και την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου έχει άμεσο πολιτικό βάρος. Γι’ αυτό και η στάση των Ελληνοκύπριων ευρωβουλευτών απέναντι στην έκθεση αναμένεται να στείλει σαφές μήνυμα: καμία αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων χωρίς πραγματική συμμόρφωση της Άγκυρας.