Με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο τοποθετήθηκε ο Σταύρος Καλεντερίδης απέναντι στη νέα κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας», υποστηρίζοντας ότι το έργο του Ομήρου δεν αντιμετωπίζεται ως ένα θεμέλιο του ελληνικού και του δυτικού πολιτισμού, αλλά ως πρώτη ύλη για την προώθηση σύγχρονων ιδεολογικών αντιλήψεων.
Στην ανάλυσή του, ο Σταύρος Καλεντερίδης εξαπέλυσε σφοδρή κριτική κατά του Χόλιγουντ και του σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν, εκτιμώντας ότι η νέα παραγωγή απομακρύνεται συνειδητά από την ιστορική, πολιτισμική και ελληνική ταυτότητα του ομηρικού έπους.
Όπως τόνισε, η «Οδύσσεια» δεν αποτελεί απλώς ένα παλαιό λογοτεχνικό κείμενο. Είναι ένα από τα έργα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η ελληνική σκέψη και, κατ’ επέκταση, ένα σημαντικό τμήμα του δυτικού πολιτισμού.
«Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μία ακόμη ταινία. Έχουμε να κάνουμε με την απόπειρα επαναπροσδιορισμού ενός θεμελιώδους έργου του Ελληνισμού», ήταν το κεντρικό νόημα της παρέμβασής του.
Η θετική αρχή και η μεγάλη απογοήτευση
Ο Σταύρος Καλεντερίδης αναγνώρισε ότι αρχικά είχε υποδεχθεί με ενθουσιασμό την είδηση ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν θα καταπιανόταν με την «Οδύσσεια». Αναφέρθηκε με θετικά λόγια σε προηγούμενες ταινίες του γνωστού σκηνοθέτη, όπως το «Oppenheimer», το «Memento», το «Interstellar», το «Inception» και την τριλογία του «Batman».
Παράλληλα, χαρακτήρισε θετικό το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, σε περιοχές όπως η Πύλος, η Γιάλοβα και η Μεθώνη. Επισήμανε μάλιστα ότι, από καθαρά αισθητική άποψη, τα πλάνα που έχουν παρουσιαστεί είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, η καλή κινηματογραφική εικόνα δεν αρκεί για να καλύψει μια βαθύτερη πολιτισμική αλλοίωση.
Οι κάτοικοι των περιοχών στις οποίες έγιναν τα γυρίσματα, σημείωσε, είχαν αρχικά χαρεί επειδή πίστευαν ότι συμμετείχαν έμμεσα σε μια μεγάλη διεθνή παραγωγή αφιερωμένη στον ελληνικό πολιτισμό. Η εικόνα αυτή, όμως, κατά τον αναλυτή, άλλαξε όταν άρχισε να γίνεται γνωστό το ύφος και η κατεύθυνση της ταινίας.
«Ούτε ένας Έλληνας ηθοποιός»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απουσία Ελλήνων ή ηθοποιών ελληνικής καταγωγής από βασικούς ρόλους της παραγωγής.
Όπως υποστήριξε, υπάρχουν πολλοί Έλληνες και Ελληνοαμερικανοί ηθοποιοί που θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε μια ταινία η οποία βασίζεται σε ένα αμιγώς ελληνικό έργο. Η πλήρης απουσία τους, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δείχνει ότι η παραγωγή δεν ενδιαφέρθηκε να προσφέρει αυθεντική ελληνική φωνή στην κινηματογραφική απόδοση του έπους.
Για τον Σταύρο Καλεντερίδη, δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα πιστής μεταφοράς. Πρόκειται για το δικαίωμα ενός λαού να βλέπει τον πολιτισμό και την ιστορική του κληρονομιά να παρουσιάζονται χωρίς να αποκόπτονται από τις ρίζες τους.
Η φεμινιστική ανάγνωση του Ομήρου
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε και η επιλογή της αγγλικής μετάφρασης της «Οδύσσειας» από την Έμιλι Γουίλσον ως βασικού οδηγού για την παραγωγή.
Η συγκεκριμένη μετάφραση έχει παρουσιαστεί ως μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου, η οποία αναδεικνύει περισσότερο τις γυναικείες φωνές και τους γυναικείους χαρακτήρες του έπους.
Ο Καλεντερίδης, ωστόσο, θεωρεί ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν περιορίζεται σε μια νέα μετάφραση, αλλά μεταφέρει πάνω στο ομηρικό έργο σύγχρονες ιδεολογικές αντιλήψεις περί φύλου, εξουσίας και πατριαρχίας.
Κατά την άποψή του, το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα αρχαίο έργο δεν μελετάται με βάση το ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο δημιουργήθηκε, αλλά χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει σημερινά πολιτικά και κοινωνικά σχήματα.
Η διαμάχη για το καστ
Ο αναλυτής άσκησε επίσης κριτική στις επιλογές του καστ, θεωρώντας ότι ορισμένοι ρόλοι αντιμετωπίζονται περισσότερο ως σύμβολα μιας σύγχρονης ατζέντας αντιπροσώπευσης και λιγότερο ως χαρακτήρες που υπηρετούν το ίδιο το ομηρικό κείμενο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους ρόλους της Ωραίας Ελένης, της Κλυταιμνήστρας και της Αθηνάς, υποστηρίζοντας ότι η παραγωγή επιχειρεί να παρουσιάσει μια «παγκόσμια Οδύσσεια» αποσυνδεδεμένη από την ελληνική καταγωγή της.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η αντίθεσή του δεν αφορά την προσωπική ζωή, την καταγωγή ή τις επιλογές οποιουδήποτε ηθοποιού. Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι η αντιπροσώπευση γίνεται, κατά την εκτίμησή του, με τρόπο μηχανικό και ιδεολογικά προαποφασισμένο.
«Όταν η επιλογή των ηθοποιών γίνεται για να συμπληρωθούν συγκεκριμένα κουτάκια και όχι για να υπηρετηθεί το έργο, τότε το τελικό αποτέλεσμα παύει να είναι τέχνη και μετατρέπεται σε πολιτική διακήρυξη», είναι η θέση που διατύπωσε.
Η πολιτισμική σύγκρουση στη Δύση
Ο Σταύρος Καλεντερίδης διεύρυνε την ανάλυσή του πέρα από τη συγκεκριμένη ταινία, εντάσσοντας την υπόθεση σε μια ευρύτερη πολιτισμική σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Δύση.
Αναφέρθηκε σε θεωρίες διαθεματικότητας, στις σπουδές φύλου και στην αντίληψη ότι ο δυτικός πολιτισμός αποτελεί προϊόν μιας διαχρονικής πατριαρχικής καταπίεσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι συγκεκριμένες θεωρίες δεν περιορίζονται στα πανεπιστήμια, αλλά επηρεάζουν πλέον την τέχνη, τον κινηματογράφο, το θέατρο και τον δημόσιο λόγο.
Έφερε ως παραδείγματα σύγχρονες κινηματογραφικές και θεατρικές διασκευές έργων όπως ο «Φρανκενστάιν», η «Μήδεια» και η «Φόνισσα», όπου, όπως υποστήριξε, οι πρωταγωνίστριες παρουσιάζονται αποκλειστικά ως θύματα μιας καταπιεστικής κοινωνίας, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η προσωπική τους ευθύνη και η πολυπλοκότητα των κλασικών έργων.
Κατά τον ίδιο, η τακτική αυτή οδηγεί στην πλήρη ανακατασκευή της ιστορίας, με στόχο ο δυτικός πολιτισμός να παρουσιαστεί όχι ως φορέας δημοκρατίας και ελευθερίας, αλλά ως μια διαρκής ιστορία καταπίεσης και ενοχής.
Όμηρος, τραγωδία και δημοκρατία
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο Σταύρος Καλεντερίδης ανέδειξε τον βαθύτερο πολιτικό και δημοκρατικό χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας.
Υπογράμμισε ότι η αρχαία τραγωδία δεν έδινε εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, παρουσίαζε στους πολίτες δύσκολα διλήμματα, συγκρούσεις αξιών και αποφάσεις ζωής και θανάτου.
Μέσα από έργα όπως η «Αντιγόνη», οι Αθηναίοι εκπαιδεύονταν στη διαλεκτική αντιπαράθεση, στην κριτική σκέψη, στην ελεύθερη έκφραση και στη συλλογική λήψη αποφάσεων.
Το θέατρο, όπως σημείωσε, λειτουργούσε ως σχολείο δημοκρατίας, καθώς δίδασκε ότι πριν από κάθε μεγάλη απόφαση πρέπει να προηγούνται ο διάλογος, η εξέταση των διαφορετικών επιχειρημάτων, η παρρησία και η ισοτιμία των πολιτών.
Για τον λόγο αυτόν, θεωρεί ότι η αρχαία ελληνική κληρονομιά δεν πρέπει να παραδίδεται σε κινηματογραφικές διασκευές που την αντιμετωπίζουν μόνο ως εργαλείο επιβολής σύγχρονων ιδεολογικών προτύπων.
Κάλεσμα για μποϊκοτάζ
Ο Σταύρος Καλεντερίδης δήλωσε ότι δεν πρόκειται να παρακολουθήσει την ταινία και κάλεσε το κοινό να της γυρίσει την πλάτη.
Αντί για τη νέα «Οδύσσεια», πρότεινε στους θεατές να αναζητήσουν κλασικά έργα του ελληνικού κινηματογράφου, όπως την «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη, χαρακτηρίζοντάς την παράδειγμα ουσιαστικής και σεβαστικής κινηματογραφικής προσέγγισης της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας.
Το τελικό του μήνυμα ήταν ότι οι Έλληνες δεν πρέπει να απομακρυνθούν από τις ιστορίες τους εξαιτίας κακών ή ιδεολογικά φορτισμένων διασκευών.
«Δεν απορρίπτουμε τον Όμηρο, την τραγωδία και τον πολιτισμό μας. Απορρίπτουμε εκείνους που επιχειρούν να τους αλλοιώσουν», ήταν το συμπέρασμα της παρέμβασής του.
Για τον Σταύρο Καλεντερίδη, η αντιπαράθεση γύρω από την ταινία δεν είναι μια απλή κινηματογραφική διαφωνία. Είναι μέρος ενός ευρύτερου αγώνα για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας.