Την πορεία, τις μεγάλες μορφές και τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής δημοσιογραφίας φωτίζει το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου Γεράσιμου (Μάκη) Βραχιολίδη, με τίτλο «Ο ελληνικός Τύπος τον 19ο αιώνα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ινφογνώμων.
Κατά την παρουσίαση του έργου αναδείχθηκε ο καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισε ο Τύπος όχι μόνο στην ενημέρωση, αλλά και στην πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων, στην προετοιμασία της Επανάστασης και τελικά στη συγκρότηση του εθνικού κράτους. Παράλληλα, έγινε εκτενής αναφορά στην ελευθεροτυπία, στην εργαλειοποίηση των εφημερίδων από την πολιτική εξουσία και στις διώξεις δημοσιογράφων, με σαφείς παραλληλισμούς ανάμεσα στον 19ο και τον 21ο αιώνα.
Το βιβλίο αποτελεί, σύμφωνα με όσα τονίστηκαν, την πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια παρουσίασης ολόκληρης της εκατονταετούς διαδρομής του ελληνικού Τύπου κατά τον 19ο αιώνα. Η έρευνα χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους: την προεπαναστατική εποχή, τα χρόνια του Αγώνα για την Ανεξαρτησία και την περίοδο μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους.
Στις σελίδες του παρουσιάζονται οι σημαντικότερες εφημερίδες και τα περιοδικά που εκδόθηκαν εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου, οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι που τα στελέχωσαν, αλλά και το πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα των εντύπων τους.
Ο Τύπος προηγήθηκε του ελληνικού κράτους
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι ο ελληνικός Τύπος γεννήθηκε ουσιαστικά στους κόλπους της Διασποράς, πριν από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ελληνικά έντυπα που κυκλοφόρησαν σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα συνέβαλαν στη διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού, στην καλλιέργεια της εθνικής αυτογνωσίας και στην προετοιμασία της Παλιγγενεσίας.
Ο εθνολόγος και συγγραφέας Σταύρος Καλεντερίδης, μιλώντας ως εκπρόσωπος των εκδόσεων Ινφογνώμων, χαρακτήρισε το έργο ιστορικό πόνημα με ευρύτερες εθνικές και πολιτιστικές προεκτάσεις. Όπως επισήμανε, οι πρώτοι Έλληνες εκδότες δεν περιορίστηκαν στην καταγραφή της επικαιρότητας, αλλά αγωνίστηκαν για να γνωρίσει ο υπόδουλος Ελληνισμός την Ιστορία και τα δικαιώματά του.
Οι Οθωμανοί, μάλιστα, επιδίωξαν μέσω των ευρωπαϊκών αρχών τη δίωξη και τη φίμωση Ελλήνων εκδοτών που μιλούσαν για την αφύπνιση του Γένους. Η καταδίωξη των πρώτων δημοσιογραφικών φωνών φανερώνει τη δύναμη που είχε ήδη αποκτήσει ο έντυπος λόγος.
«Ο Τύπος εκπαίδευε, δεν ενημέρωνε μόνο», υπογράμμισε ο Σταύρος Καλεντερίδης, παρατηρώντας ότι οι εφημερίδες της εποχής φιλοξενούσαν φιλολογικά κείμενα, ποιήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες, πραγματείες, αλληλογραφία και αναλύσεις κοινωνικών ζητημάτων. Ήταν έντυπα για ολόκληρη την οικογένεια και αποτελούσαν ζωντανές εστίες παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας.
Με την πένα στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
Συγκίνηση προκάλεσαν οι αναφορές στους εκδότες και τους δημοσιογράφους της Επανάστασης, οι οποίοι εργάζονταν μέσα σε πολιορκημένες πόλεις και εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, που συνέχισαν να εκδίδονται μέσα στη φωτιά του Αγώνα.
Όπως σημειώθηκε χαρακτηριστικά, οι άνθρωποι εκείνης της περιόδου κρατούσαν «την πένα στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο», υπηρετώντας ταυτόχρονα τη δημοσιογραφία και τον αγώνα για την ελευθερία.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ιδεολογικές συγκρούσεις που αναπτύχθηκαν πριν από την Επανάσταση. Μέσα από τις σελίδες εντύπων, όπως ο «Λόγιος Ερμής» και η «Καλλιόπη», αποτυπώθηκε η αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές του Διαφωτισμού και σε εκείνους που φοβούνταν ότι μια πρόωρη εξέγερση, χωρίς οργάνωση και στρατιωτικά μέσα, θα οδηγούσε σε αιματοχυσία και εθνική καταστροφή.
Η μελέτη των επιχειρημάτων των δύο πλευρών, όπως υπογραμμίστηκε, επιτρέπει στον σημερινό αναγνώστη να ξεφύγει από εύκολες και αναχρονιστικές ερμηνείες.
Ελευθεροτυπία, διώξεις και πολιτική χειραγώγηση
Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχει η σχέση του Τύπου με την πολιτική εξουσία. Ο συγγραφέας εξετάζει πόσο ελεύθεροι ήταν οι δημοσιογράφοι κατά τον 19ο αιώνα, σε ποιον βαθμό οι εφημερίδες συνδέθηκαν με κόμματα και πολιτικές ηγεσίες και πώς χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία εξόντωσης αντιπάλων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σχέση του Ιωάννη Καποδίστρια με τον Τύπο της εποχής του, αλλά και στην περίπτωση εφημερίδας που, σύμφωνα με την παρουσίαση, ιδρύθηκε με στόχο την πολιτική εξόντωση του πρώτου κυβερνήτη. Μετά τη δολοφονία του, ο εκδότης της ανακοίνωσε την αναστολή της κυκλοφορίας της, θεωρώντας ότι είχε πλέον επιτευχθεί ο σκοπός της.
Παράλληλα, καταγράφονται διώξεις, δίκες και φυλακίσεις δημοσιογράφων σε μια περίοδο κατά την οποία το νεοσύστατο ελληνικό κράτος άλλαζε πολιτειακά καθεστώτα και αναζητούσε τις ισορροπίες του. Παρά τη λογοκρισία και τους περιορισμούς, ο Τύπος κατόρθωσε να επιβεβαιώσει από πολύ νωρίς τον ρόλο του ως «τέταρτης εξουσίας».
Κατά την παρουσίαση επισημάνθηκε ότι η ελευθερία του Τύπου συνδέεται άμεσα με την ελευθερία του πολίτη. Εκφράστηκε, μάλιστα, προβληματισμός για τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής δημοσιογραφίας, την κομματική εξάρτηση μέσων ενημέρωσης και την υποχώρηση της πολυφωνίας.
Η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος
Ανάμεσα στα πρόσωπα που παρουσιάζονται στο βιβλίο βρίσκεται και η Καλλιρρόη Παρρέν, η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος και εκδότρια της «Εφημερίδος των Κυριών».
Η εφημερίδα γραφόταν από γυναίκες και απευθυνόταν σε γυναικείο αναγνωστικό κοινό, γεγονός πρωτοποριακό για τα δεδομένα της εποχής. Η Παρρέν αντιμετώπισε ειρωνείες και επιθετικά κοινωνικά σχόλια, στα οποία απαντούσε με παρρησία και συγκροτημένη επιχειρηματολογία.
Σημειώθηκε, επίσης, η συμβολική σύμπτωση ότι το πρώτο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε στις 8 Μαρτίου, ημερομηνία που πολλά χρόνια αργότερα καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.
Όταν οι εφημερίδες πουλούσαν δεκάδες χιλιάδες φύλλα
Ο Γεράσιμος Βραχιολίδης παρουσίασε χαρακτηριστικά στοιχεία για την ανάπτυξη του ημερήσιου Τύπου. Το 1897 η εφημερίδα «Εμπρός» του Δημητρίου Καλαποθάκη κυκλοφορούσε, όπως ανέφερε, από 15.000 έως 20.000 φύλλα ημερησίως, την ώρα που ο πληθυσμός της Αθήνας ήταν μικρότερος από 129.000 κατοίκους.
Η σύγκριση με τη σημερινή δραματική πτώση της κυκλοφορίας των εφημερίδων ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για την κρίση του έντυπου Τύπου, την επέλαση της διαδικτυακής ενημέρωσης, την ομογενοποίηση των ειδήσεων και την κυριαρχία του σύντομου βίντεο μέσω του TikTok και του Instagram.
Όπως παρατήρησε ο συγγραφέας, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατρέψει κάθε πολίτη σε έναν εν δυνάμει δημοσιογράφο. Ταυτόχρονα, όμως, η ταχύτητα, ο εντυπωσιασμός και η «κονσερβοποίηση» της πληροφορίας απειλούν την πρωτογενή έρευνα και την αποκλειστική είδηση.
Ένα βιβλίο για το παρελθόν που αφορά το παρόν
Ο συγγραφέας ξεκαθάρισε ότι «Ο ελληνικός Τύπος τον 19ο αιώνα» δεν απευθύνεται μόνο σε ιστορικούς, ερευνητές και επαγγελματίες δημοσιογράφους. Αφορά κάθε πολίτη, επειδή ο Τύπος και τα μέσα ενημέρωσης επηρεάζουν καθημερινά τη σκέψη, τις κρίσεις και τις πολιτικές επιλογές της κοινωνίας.
Το βιβλίο δεν προσφέρει μόνο μια χαρτογράφηση των σημαντικότερων ελληνικών εντύπων. Επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα που παραμένουν δραματικά επίκαιρα: Πόσο ελεύθερος είναι πραγματικά ο Τύπος; Πότε η δημοσιογραφία μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξουσίας; Πώς η κομματική προσκόλληση υπονομεύει την αποστολή του δημοσιογράφου; Και πόσο διαφορετική είναι τελικά η σημερινή εποχή από τον 19ο αιώνα;
Μέσα από αυτή τη σύγκριση, το έργο του Γεράσιμου Βραχιολίδη λειτουργεί όχι μόνο ως ιστορική μελέτη, αλλά και ως καθρέφτης της σημερινής ενημέρωσης. Γιατί, όπως προέκυψε από την παρουσίαση, οι τεχνολογίες αλλάζουν, όμως οι συγκρούσεις γύρω από την αλήθεια, την εξουσία και την ελευθερία του λόγου παραμένουν αναλλοίωτες.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ινφογνώμων και μπορείτε να το προμηθευτείτε ΕΔΩ.