breaking newsΕλλάδα

Η «εκεχειρία» ήταν προετοιμασία πολέμου: Το μυστικό σχέδιο του Ιράν για τη μεγάλη σύγκρουση

Μία εντελώς διαφορετική εικόνα για το τι συνέβαινε στο Ιράν κατά τη διάρκεια της 60ήμερης εκεχειρίας παρουσιάζουν πληροφορίες που επικαλείται η Wall Street Journal, σύμφωνα με τις οποίες η Τεχεράνη δεν αντιμετώπισε ποτέ πραγματικά την κατάπαυση του πυρός ως το τέλος της σύγκρουσης.

Αντιθέτως, η ιρανική ηγεσία φέρεται να χρησιμοποίησε την περίοδο σχετικής ηρεμίας για να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες και να προετοιμάσει τη χώρα για έναν μεγαλύτερο και μακροχρόνιο πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Οι πληροφορίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς η συμφωνημένη περίοδος των 60 ημερών τυπικά ολοκληρώνεται σήμερα, 17 Αυγούστου, δημιουργώντας ερωτήματα για το τι θα ακολουθήσει.

Το βασικό συμπέρασμα των πληροφοριών που παρουσιάζει η αμερικανική εφημερίδα είναι ιδιαίτερα σοβαρό: η διπλωματία και η στρατιωτική προετοιμασία δεν ήταν για την Τεχεράνη δύο αντικρουόμενες επιλογές. Εξελίσσονταν παράλληλα.

Το μνημόνιο του Ιουνίου δεν θεωρήθηκε τέλος του πολέμου

Σύμφωνα με τη WSJ, η κρίσιμη καμπή σημειώθηκε μετά την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης ΗΠΑ–Ιράν τον Ιούνιο.

Ενώ η συμφωνία δημιουργούσε την εικόνα αποκλιμάκωσης, τμήμα της ιρανικής ηγεσίας φέρεται να είχε καταλήξει σε διαφορετική εκτίμηση.

Για τους σκληροπυρηνικούς της Τεχεράνης, η συμφωνία δεν αποτελούσε στρατηγική διευθέτηση της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ.

Ήταν μία τακτική ανακωχή.

Αραβικές και ιρανικές πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα αναφέρουν ότι υψηλόβαθμα στελέχη συναντήθηκαν μετά την επίτευξη της συμφωνίας και εξέτασαν τις επόμενες κινήσεις τους.

Η εκτίμησή τους φέρεται να ήταν ότι η κατάπαυση του πυρός εξυπηρετούσε πρωτίστως την ανάγκη περιορισμού των σοβαρών επιπτώσεων που είχε προκαλέσει στην παγκόσμια οικονομία το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Με άλλα λόγια, θεωρούσαν ότι οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης παρέμεναν ανέπαφες.

Και άρχισαν να προετοιμάζονται για τον επόμενο γύρο.

Απόφαση για τον επόμενο πόλεμο

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στη σύσκεψη των σκληροπυρηνικών ελήφθησαν αποφάσεις που αφορούσαν απευθείας τη στρατιωτική προετοιμασία του Ιράν.

Οι Φρουροί της Επανάστασης απέκτησαν μεγαλύτερες αρμοδιότητες στον έλεγχο και στον συντονισμό των ενόπλων δυνάμεων.

Παράλληλα, η Τεχεράνη φέρεται να επανέφερε σε νευραλγικές θέσεις βετεράνους διοικητές με εμπειρία από τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ.

Η συγκεκριμένη επιλογή έχει τη σημασία της.

Ο οκταετής πόλεμος με το Ιράκ αποτελεί για την ιρανική στρατιωτική ηγεσία το βασικό ιστορικό πρότυπο ενός μακροχρόνιου πολέμου φθοράς, στον οποίο το Ιράν αναγκάστηκε να λειτουργήσει υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και με περιορισμένη εξωτερική υποστήριξη.

Η επιστροφή στελεχών αυτής της γενιάς δείχνει, εφόσον οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, ότι η Τεχεράνη δεν προετοιμαζόταν απλώς για ακόμη μία περιορισμένη ανταλλαγή πληγμάτων.

Προετοιμαζόταν για αντοχή σε σύγκρουση μεγάλης διάρκειας.

Στο φουλ πύραυλοι και drones

Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου αφορούσε την αναπλήρωση και διεύρυνση του ιρανικού οπλοστασίου.

Η παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών επιταχύνθηκε.

Η επιλογή δεν είναι τυχαία.

Πύραυλοι και drones αποτελούν τα δύο βασικά μέσα με τα οποία το Ιράν μπορεί να απειλήσει το Ισραήλ και αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή χωρίς να χρειαστεί να αναμετρηθεί με τις ΗΠΑ σε ένα συμβατικό πεδίο όπου η αμερικανική υπεροχή παραμένει συντριπτική.

Η ιρανική στρατηγική βασίζεται ακριβώς στη δυνατότητα δημιουργίας μεγάλου αριθμού ταυτόχρονων απειλών, ώστε να κορεστούν οι εχθρικές αεράμυνες και να αυξηθεί δραματικά το οικονομικό κόστος της αναχαίτισης.

Η εκεχειρία, σύμφωνα με τις πληροφορίες της WSJ, πρόσφερε στην Τεχεράνη πολύτιμο χρόνο για να αποκαταστήσει μέρος αυτής της δυνατότητας.

Ο πραγματικός στόχος: Να γίνει ο πόλεμος ακριβός για τις ΗΠΑ

Το σχέδιο όμως δεν περιοριζόταν στη στρατιωτική ανασυγκρότηση.

Η Τεχεράνη φέρεται να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεγαλύτερη αδυναμία της Ουάσιγκτον δεν βρίσκεται στη στρατιωτική της ισχύ αλλά στο κόστος μιας μακροχρόνιας εμπλοκής.

Συνεπώς, η ιρανική στρατηγική επιδίωκε να αυξήσει όσο περισσότερο γίνεται το πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό τίμημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της ιρανικής στρατηγικής.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες με την κλασική έννοια.

Χρειάζεται να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η συνέχιση του πολέμου θα γίνεται ολοένα ακριβότερη για την Ουάσιγκτον.

Και για να το πετύχει διαθέτει πολύ περισσότερα εργαλεία από τους πυραύλους που βρίσκονται στο ιρανικό έδαφος.

Το δίκτυο των πληρεξουσίων ξαναμπαίνει στο παιχνίδι

Αραβικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να έχουν συλλέξει στοιχεία για επικοινωνίες της Τεχεράνης με ένοπλες οργανώσεις που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της στο Ιράκ και την Υεμένη.

Πρόκειται για το γνωστό μοντέλο του ιρανικού «Άξονα της Αντίστασης».

Επί δεκαετίες η Τεχεράνη οικοδόμησε ένα δίκτυο ένοπλων οργανώσεων που της επιτρέπει να ασκεί στρατιωτική πίεση πολύ πέρα από τα σύνορά της, διατηρώντας παράλληλα έναν βαθμό απόστασης από τις ίδιες τις επιχειρήσεις.

Το σύστημα αυτό είχε δεχθεί σοβαρά πλήγματα από το Ισραήλ.

Οι πληροφορίες της WSJ υποδηλώνουν όμως ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να θεωρεί το συγκεκριμένο μοντέλο αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής της.

Στενά του Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα

Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι πληροφορίες για το θαλάσσιο μέτωπο.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Ιράν άρχισε μετά τη συμφωνία να παραβιάζει σταδιακά τις δεσμεύσεις του, πραγματοποιώντας ενέργειες εναντίον πλοίων στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ.

Ταυτόχρονα, η πίεση επεκτάθηκε στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω των Χούθι της Υεμένης.

Η γεωγραφία εξηγεί τη στρατηγική.

Ο Ορμούζ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.

Η Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελούν αντίστοιχα κομβική δίοδο μεταξύ Ινδικού Ωκεανού, Σουέζ και Μεσογείου.

Η δυνατότητα του Ιράν και των συμμάχων του να προκαλέσουν ταυτόχρονη αστάθεια στους δύο αυτούς θαλάσσιους διαδρόμους μετατρέπει μία περιφερειακή στρατιωτική σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα.

Και αυτό ακριβώς αυξάνει το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.

Η Σαουδική Αραβία στην εξίσωση

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσιάζονται, οι επιχειρήσεις των Χούθι συνδέονταν και με προσπάθεια αύξησης της πίεσης προς τη Σαουδική Αραβία.

Η παράμετρος αυτή αποκτά πρόσθετη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Ριάντ βρίσκεται πλέον σε μια εξαιρετικά σύνθετη θέση.

Από τη μία πλευρά επιδιώκει να προστατεύσει το έδαφος, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τις θαλάσσιες οδούς του.

Από την άλλη δεν επιθυμεί να μετατραπεί ξανά σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον.

Η ιρανική δυνατότητα ενεργοποίησης διαφορετικών μετώπων επιτρέπει στην Τεχεράνη να ασκεί πίεση όχι μόνο στους άμεσους αντιπάλους της αλλά και στα κράτη που μπορούν να τους προσφέρουν στρατηγικό βάθος.

Αμερικανική προειδοποίηση για πλήγματα σε «εχθρικό έδαφος»

Η ανησυχία φαίνεται ότι έφθασε σε τέτοιο επίπεδο ώστε Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν χώρες της περιοχής –με ιδιαίτερη αναφορά στο Κουβέιτ– ότι η ιρανική ηγεσία προετοιμάζεται για ενδεχόμενα πλήγματα σε «εχθρικό έδαφος».

Το Κουβέιτ έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και της γεωγραφικής του θέσης στον Περσικό Κόλπο.

Σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ακριβώς αυτό: οι αμερικανικές δυνάμεις, εγκαταστάσεις και υποδομές βρίσκονται διάσπαρτες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Το Ιράν μπορεί επομένως να επιχειρήσει να μετατρέψει μία αμερικανική επίθεση εναντίον του σε πολυμέτωπη περιφερειακή κρίση.

Διπλωματία στο τραπέζι, πόλεμος στο παρασκήνιο

Εάν οι πληροφορίες της Wall Street Journal αποτυπώνουν πράγματι τη στρατηγική που ακολούθησε η Τεχεράνη, τότε η σημαντικότερη αποκάλυψη δεν αφορά έναν συγκεκριμένο πύραυλο, μία μονάδα των Φρουρών της Επανάστασης ή μια επιχείρηση των Χούθι.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το Ιράν αντιλαμβάνεται τη διπλωματία.

Η Τεχεράνη φέρεται να συνέχιζε να διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον ενώ ταυτόχρονα προετοιμαζόταν για την αποτυχία αυτών ακριβώς των διαπραγματεύσεων.

Το μνημόνιο κατανόησης δεν αντιμετωπίστηκε ως αφετηρία ειρήνης αλλά ως χρόνος που μπορούσε να αξιοποιηθεί στρατηγικά.

Οι Φρουροί της Επανάστασης ενισχύθηκαν.

Η παραγωγή πυραύλων και drones επιταχύνθηκε.

Τα δίκτυα πληρεξουσίων διατηρήθηκαν ενεργά.

Τα θαλάσσια μέτωπα παρέμειναν διαθέσιμα.

Και η στρατηγική κατεύθυνση ήταν να καταστεί ένας νέος πόλεμος όσο το δυνατόν ακριβότερος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Η 60ήμερη εκεχειρία, επομένως, μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν αποτέλεσε το διάλειμμα από τον πόλεμο.

Αποτέλεσε το διάλειμμα για την προετοιμασία της επόμενης φάσης του.

Back to top button