Γράφει η Μαγδαληνή Αθανασιάδου
Η πυκνά σχολιασμένη επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. θα πρέπει πρωτίστως να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πολιτικό της πλαίσιο. Ο Μάρκο Ρούμπιο επισκέφθηκε τη χώρα μας ως φορέας ενός συγκεκριμένου πολιτικού αξιώματος εκπροσωπώντας τις θέσεις της παγκόσμιας υπερδύναμης αναφορικά με μία σειρά από ζητήματα: περιφερειακής ανάπτυξης, οικονομίας και άμυνας. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες δεν μπορούν να μην συσχετιστούν με τους δύο μεγάλους πολέμους που μαίνονται όχι πολύ μακριά από τη χώρα μας: τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Οι απόψεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών εκφράστηκαν στην ομιλία του στην Πνύκα, στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον κ. Γεραπετρίτη και στη συνέντευξη που έδωσε στον κ. Παπαχελά στην Καθημερινή.
Ένα βασικό ερώτημα που τέθηκε στον Μάρκο Ρούμπιο στη συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή αφορούσε στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που θέλουν να διαμορφώσουν οι Η.Π.Α. στην περιοχή, η οποία ξεκίνησε με τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου κατεύθυνσης Βορράς – Νότου και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI και κατόπιν ρωτήθηκε, αν θα υποστηρίξουν το δεύτερο στο Αιγαίο. Στην απάντησή του, ο κ. Ρούμπιο συνέδεσε τα παραπάνω με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο με το Ιράν. Για τις Η.Π.Α., αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα η προώθηση του δικού τους υγροποιημένου φυσικού αερίου και η αποσύνδεση της Ανατολικής Ευρώπης από τις ρωσικές πηγές ενεργειακού ανεφοδιασμού.
Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, τα σημεία του ελληνικού ενδιαφέροντος εντάσσονται αλλά δεν ταυτίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Οι περιφερειακοί συσχετισμοί δυνάμεων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκαλύπτουν πτυχές χρόνιων προβλημάτων, των οποίων η επίλυση απαιτεί όχι αόριστα ευχολόγια αλλά συγκεκριμένες δεσμεύσεις πρώτα και κύρια απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα αναπαρήγαγε όλα τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν την αμερικανική πολιτική στα ελληνοτουρκικά τα τελευταία χρόνια: ίσες αποστάσεις μεταξύ των δύο πλευρών και αόριστα ευχολόγια αποφυγής συγκρούσεων εντός της συμμαχίας. Εκείνο που είχε ενδιαφέρον, και θα αποτελέσει το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι ο τρόπος με τον οποίο στην παρούσα συγκυρία ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών επικαλέστηκε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σε απόλυτη συνάφεια με τις αμερικανικές γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Στην ομιλία του, ο Μ. Ρούμπιο κατέθεσε έναν ύμνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ως κάτι ζωντανό και όχι ως κάτι που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία εξυμνήθηκε ως μήτρα του τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού τόσο αναφορικά με τις ιδέες και το πολιτικό λεξιλόγιο που κληροδότησε όσο και ως πρόγονος του σημερινού έθνους, που είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της κρατικής ισχύος και της άσκησης βίας όταν η διπλωματία αποτυγχάνει. Στην έννοια της «Δύσης» που χρησιμοποίησε, η Αμερική διαχωρίστηκε από την Ευρώπη, στην οποία απηύθυνε εκκλήσεις για επαναφορά από τον βαθύ γεωπολιτικό λήθαργο.
Η Αμερική του Μ. Ρούμπιο, όπως και η αρχαία Ελλάδα, εμφανίστηκε ανθρωποκεντρική∙ το άτομο δεν συνθλίβεται από την εθνική κοινότητα αλλά νοηματοδοτείται εντός της μέσω της αριστείας και της προσφοράς στο σύνολο. Πρόκειται για τη χώρα που οφείλει να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, να εκπληρώσει το πεπρωμένο της και να ξεπεράσει ενοχικά σύνδρομα αναφορικά με την άσκηση ισχύος πέραν του εδάφους της. Το έθνος παρουσιάστηκε ως το όχημα για την άσκηση περήφανης και εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής αφού ζει και λειτουργεί σε έναν κόσμο εθνοκεντρικό. Η έννοια της θυσίας αντιπαρατέθηκε προς τον μαρτυρικό θάνατο των ισλαμιστών, οι οποίοι ως βομβιστές αυτοκτονίας υμνούν τον θάνατο ως αυτοσκοπό και όχι την μέσω του ηρωικού θανάτου, λατρεία της ζωής. Ο λόγος του Μ. Ρούμπιο κατέληξε σε μία προτροπή∙ προέτρεψε τα έθνη να διαφυλάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες προκειμένου στη βάση αυτή, να αναγνωρίσουν και να διεκδικήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν όντως υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των όσων είπε και των όσων πράττουν οι Η.Π.Α. ως υπερδύναμη στην περιοχή μας και τι θα πρέπει εμείς ως σύγχρονο κράτος να πράξουμε προκειμένου να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας (Αθηναίων και όχι μόνο).
Η αριστεία στην αρχαία Ελλάδα νοούνταν όχι απλώς ως επιδίωξη υπεροχής ή διάκρισης αλλά ήταν ένας αξιακός τρόπος ζωής που διαπερνούσε κάθε πτυχή της ζωής ενός ανθρώπου – πολίτη. Ήταν η ύψιστη αξία που συνδεόταν όχι μόνο με την πολεμική αρετή αλλά και με την γενναιοφροσύνη, την πίστη και τον σεβασμό στους θεούς, την αποδοχή των ορίων της μοίρας και την αποφυγή της ύβρεως. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις – κράτη της κλασικής εποχής, η αριστεία επεκτεινόταν και στην παιδεία, την ικανότητα και βούληση για συμμετοχή στα κοινά και τη εν γένει αντίληψη ότι η αξία ενός ανθρώπου νοηματοδοτείται από την προσφορά του στην πόλη∙ μία προσφορά που έφτανε μέχρι τον θάνατο στη μάχη.
Η πολιτική συμπεριφορά της υπερδύναμης απέχει αρκετά από το παραπάνω ιδεώδες, τόσο αναφορικά με την αντίληψη της πολιτικής στο εσωτερικό της όσο και ως προς τη διεθνή συμπεριφορά της. Η έννοια της αριστείας στον αγγλοσαξονικό κόσμο έχει γίνει συνώνυμο της ιδιώτευσης και του αθέμιτου ανταγωνισμού όπου ο πολίτης νοείται βασικά ως καταναλωτής και η αξία του αποτιμάται σε χρήμα και εξουσία. Σε απόλυτη αντιστοιχία με τον ανταγωνιστικό ιδιώτη , οι Η.Π.Α. έχουν συνδέσει την πολιτική τους υπεροχή με ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, στήριξη σε αυταρχικά και διεφθαρμένα καθεστώτα που λειτουργούν ως δορυφόροι τους προωθώντας αμερικανικές πολιτικές επιδιώξεις και οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανάπτυξης των χωρών που βρίσκονται εξαρτημένες από αυτές.
Ειδικότερα, στην περιοχή μας και σε συνάφεια με τα ελληνοτουρκικά, μία σειρά από ζητήματα που είναι λυμένα από την ελληνική πλευρά αλλά και από το Διεθνές Δίκαιο τίθενται διαρκώς υπό συζήτηση και αποτελούν αιτία πολέμου για την τουρκική πλευρά ενώ το βόρειο τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό παράνομη τουρκική στρατιωτική κατοχή. Απέναντι σε όλα τα παραπάνω, οι αμερικανικές θέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «εξισορροπητικές» αλλά συμψηφίζοντας τον θύτη με το θύμα υπονομεύουν τα θεμέλια του Διεθνούς Δικαίου και εν τέλει και της αμερικανικής νομιμοποίησης ως δύναμης διεθνούς σταθερότητας, ιδίως όταν η τελευταία (Η.Π.Α) θέλει να ενδύει με ιδεολογικό – αξιακό μανδύα την άσκηση παγκόσμιας πολιτικής. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας και ακόμα παραπέρα αφού το ζήτημα δεν είναι μόνο ρητορικά αξιακό αλλά διεισδύει και στον σκληρό πυρήνα της γεωπολιτικής των ναυτικών Δυνάμεων: η αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας του δικαιώματος των νησιών να έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδες και ΑΟΖ) δεν συνιστά απλώς παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αλλά υπονομεύει τα θεμέλια ασφάλειας των ναυτικών Δυνάμεων της Δύσης (άνευ εισαγωγικών).
Τι οφείλει να κάνει η χώρα μας;
Καταρχήν να κατανοήσει ότι η ένταξη σε μία συμμαχία δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Η οικονομική ανάπτυξη (σε γεωπολιτική προοπτική και όχι παρασιτική – καταναλωτική), το πολιτικό σύστημα (που οφείλει να είναι δημοκρατικό και όχι ολιγαρχικό – κοινοβουλευτικό) και η εξωτερική πολιτική (που οφείλει να διασφαλίζει την εθνική κυριαρχία) σε απόλυτη σύμπνοια είναι οι παράγοντες που διασφαλίζουν όχι απλώς βιωσιμότητα σε ένα εθνικό κράτος αλλά εδραιώνουν και μία ισχυρή θέση του στο διεθνές πλαίσιο. Έτι περαιτέρω, για μία χώρα σαν τη δική μας που έχει την ευλογία να αποτελεί μήτρα του δυτικού πολιτισμού και γεννήτορα της αληθινής έννοιας της δημοκρατίας, το ιστορικό παρελθόν και ο πολιτισμός αποτελούν παρακαταθήκες που μπορούν και οφείλουν να κεφαλαιοποιηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.
Οι ίδιες οι πολιτικές εξελίξεις προδιαγράφουν και τις προοπτικές για τη χώρα μας. Η απομάκρυνση της κ. Γκιλφόιλ από τη θέση της Αμερικανίδας πρέσβειρας, πέρα από τις διενέξεις στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, κατέδειξε και την εμπλοκή ντόπιων οικονομικών συμφερόντων σε οικονομικούς σχεδιασμούς βλαπτικούς για τη χώρα, αναφορικά με την ενεργειακή αποδυνάμωση της Ελλάδας και την έκθεσή της σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αστάθειας. Ο ενεργειακός τομέας της οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων και η χώρα μας θα πρέπει να διαθέτει ως πλοηγό της την οικονομική αυτάρκεια σε όλα τα επίπεδα. Η πρόσφατη συζήτηση για τον IMEC, τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης δεν συμπεριέλαβε την Ελλάδα. Τη στιγμή που άλλα κράτη διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο αναβαθμισμένο στην νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται διεθνώς (η Ιταλία ως ευρωπαϊκή πύλη εμπορευματικών ροών και σύνδεση του σχεδιασμού αυτού με την Αφρική, για την Ινδία ο IMEC εντάσσεται στον στόχο της ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών της με τον Κόλπο και την Ευρώπη και για το Ισραήλ ο συνδυασμός της γεωγραφικής του θέσης με τις τεχνολογικές του δυνατότητες του προσδίδει αυξημένο ρόλο στην κυβερνοασφάλεια, την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική καινοτομία) η Ελλάδα απουσιάζει.
Σε μία εποχή, κατά την οποία προωθούνται ποικίλες ενεργειακές συμφωνίες, αναπτύσσονται στενές σχέσεις κρατών και διπλωματικών αξιωματούχων με οικονομικά συμφέροντα και εντατικοποιείται ο ανταγωνισμός για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει απαθής θεατής. Τα σύνορα μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής οικονομίας έχουν πια ξεθωριάσει και η ασφάλεια των υποδομών είναι μείζων στόχος που μπορεί να διασφαλίσει μόνο ένα ισχυρό κράτος. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών εξελίξεων καταδεικνύει πως πίσω από κάθε οικονομικό σχεδιασμό, ακόμα και διηπειρωτικό βρίσκεται κάποιο ισχυρό κράτος που προωθεί κρατικά συμφέροντα μέσω της οικονομίας. Η χώρα μας θα πρέπει να αναπτύξει όλους τους τομείς της οικονομίας της σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κι αν ο στόχος αυτός είναι ρητός για κάθε κράτος, για μας υπάρχει και κάτι παραπάνω: το βαρύ χρέος της αρχαίας δημοκρατίας που δεν ασκείται από ένα κονκλάβιο ισχυρών που δεν λογοδοτούν σε κανέναν αλλά εμπλέκει τους ίδιους τους πολίτες στην άσκηση της πολιτικής υπενθυμίζοντάς μας πως «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή πως ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροικαι ελεύθεροι είναι οι γενναίοι (Θουκυδίδη, Ιστορία).