Βαρύ πολιτικό κλίμα καταγράφεται στην Τουρκία, καθώς νέα έρευνα της GÜNDEMAR RESEARCH δείχνει βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια για τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και τη γενική πορεία της χώρας. Τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η φθορά δεν περιορίζεται μόνο στους ψηφοφόρους της αντιπολίτευσης, αλλά αγγίζει και τη βάση του κυβερνητικού μπλοκ AKP-MHP.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 2.250 ατόμων το διάστημα 23-26 Απριλίου 2026, το 70% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Τουρκία «γενικά επιδεινώνεται». Το στοιχείο αυτό αποτελεί ισχυρό μήνυμα προς την κυβέρνηση Ερντογάν, καθώς την ίδια άποψη εκφράζει περίπου ένας στους τρεις ψηφοφόρους του κυβερνητικού συνασπισμού: 30% των ψηφοφόρων του AKP και 33% των ψηφοφόρων του MHP.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Στην ερώτηση «Πόσο καλά πιστεύετε ότι λειτουργεί η δημοκρατία στην Τουρκία σήμερα;», το 64% απάντησε ότι «δεν λειτουργεί καλά», ενώ μόλις το 33% θεωρεί ότι λειτουργεί ικανοποιητικά. Το 3% δήλωσε ότι δεν έχει άποψη.
Η πόλωση είναι εμφανής στην κομματική κατανομή. Μεταξύ των ψηφοφόρων του AKP, το 75% θεωρεί ότι η δημοκρατία λειτουργεί καλά, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους ψηφοφόρους του MHP είναι 74%. Αντίθετα, το 92% των ψηφοφόρων του CHP, το 69% του Κόμματος İYİ, το 80% του DEM και το 83% άλλων κομμάτων απαντούν ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί καλά.
Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι η δικαιοσύνη και η δικαστική εξουσία αποτελούν κεντρικό πεδίο αμφισβήτησης. Το 63% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει τη δικαιοσύνη και τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος ως σημαντικά προβλήματα. Πρόκειται για ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής κρίσης στην Τουρκία, καθώς συνδέεται με την ελευθερία της έκφρασης, το κράτος δικαίου και τους θεσμικούς ελέγχους.
Ο καθηγητής Tamer Bolat, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της GÜNDEMAR RESEARCH, σημειώνει ότι τα ευρήματα του Απριλίου 2026 αποτυπώνουν μια Τουρκία βαθιά διχασμένη ως προς την αντίληψη για τη δημοκρατία και τη διακυβέρνηση. Όπως τονίζει, οι ψηφοφόροι της κυβέρνησης δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη σταθερότητα και στην ικανότητα παροχής υπηρεσιών, ενώ οι ψηφοφόροι της αντιπολίτευσης εστιάζουν στο δίκαιο, την ελευθερία και τους μηχανισμούς ελέγχου και ισορροπίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για την εξωτερική πολιτική αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όταν το εσωτερικό μέτωπο πιέζει, η τουρκική ηγεσία έχει επανειλημμένα στραφεί σε εθνικιστικές αφηγήσεις και γεωπολιτική ένταση για να συσπειρώσει το ακροατήριό της. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι απλώς ένα δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Είναι εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης, πολιτικής συσπείρωσης και επίδειξης ισχύος.
Με 70% των πολιτών να θεωρεί ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, το ενδεχόμενο η Άγκυρα να επιχειρήσει νέα ένταση στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο ή σε άλλο πεδίο της τουρκικής περιμέτρου δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Ο Ερντογάν γνωρίζει καλά ότι η εσωτερική φθορά πολλές φορές καλύπτεται, έστω προσωρινά, από την προβολή ισχύος στο εξωτερικό.
Το πρόβλημα για την Τουρκία, όμως, είναι βαθύτερο. Όταν η κρίση εμπιστοσύνης αγγίζει τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ίδια την αίσθηση πορείας της χώρας, τότε η εξωτερική ένταση μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως πρόσκαιρο πολιτικό καταφύγιο. Δεν λύνει το πρόβλημα. Το μεταθέτει. Και συχνά το κάνει πιο επικίνδυνο.

