breaking newsΔιεθνή

Παυλόπουλος: «Το Σύνταγμα δεν είναι πεδίο εντυπώσεων – Θεσπίζεται για να εφαρμόζεται στο ακέραιο»

Σαφές μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται η αναθεώρηση του Συντάγματος έστειλε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Προκόπης Παυλόπουλος, μιλώντας σε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Αντώνη Παπαγιαννίδη, στο πλαίσιο εκδήλωσης του «Κύκλου Ιδεών» με θέμα «Η Ελλάδα Μετά ΙΧ: Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας».

Ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα, ως «Θεμελιώδης Νόμος» της έννομης τάξης και λόγω του αυστηρού χαρακτήρα του, θεσπίζεται για να εφαρμόζεται στο ακέραιο. Κατά συνέπεια, η αναθεώρησή του δεν πρέπει να γίνεται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή εντυπωσιασμού, αλλά μόνο όταν συγκεκριμένες διατάξεις έχουν ξεπεραστεί από τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις ή έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς στην πράξη.

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν στην αποτίμηση προηγούμενων συνταγματικών αναθεωρήσεων. Όπως σημείωσε, ορισμένες από αυτές απέκτησαν σχεδόν προσχηματικό χαρακτήρα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2019.

Για την αναθεώρηση του 1986, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε ότι οδήγησε σε κανονιστική αποδυνάμωση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και στην εμπέδωση ενός έντονα πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Κατά την ανάλυσή του, ο Πρόεδρος, αν και μη εκτελεστικός, κατέληξε σε μεγάλο βαθμό «μη ενεργός», περιορισμένος σε διακοσμητικό και εθιμοτυπικό ρόλο.

Αναφερόμενος στην αναθεώρηση του 2019, στάθηκε στην κατάργηση της αυξημένης πλειοψηφίας για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία εξασφάλιζε σε σημαντικό βαθμό συναινετική επιλογή. Όπως επισήμανε, πλέον η εκλογή μπορεί να γίνει ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, γεγονός που δημιουργεί τον κίνδυνο μονοκομματικώς προτεινόμενων και εκλεγόμενων Προέδρων της Δημοκρατίας, υπονομεύοντας εξαρχής το θεσμικό και πολιτικό κύρος του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα.

Ο κ. Παυλόπουλος άσκησε επίσης κριτική στη λογική προσθήκης διατάξεων που, όπως είπε, δεν είναι πραγματικά αναγκαίες, διότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο επαρκεί. Έκανε λόγο για «συνταγματικό εντυπωσιασμό», προειδοποιώντας ότι και πρόσφατες προτάσεις αναθεώρησης φαίνεται να κινούνται εν μέρει προς αυτή την κατεύθυνση.

Ως πρώτο παράδειγμα ανέφερε την πρόταση ειδικής συνταγματικής διάταξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Κατά τον ίδιο, οι ήδη ισχύουσες διατάξεις, ιδίως εκείνες που αφορούν την προστασία της αξίας του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, επαρκούν για να καλύψουν τις σχετικές ανάγκες.

Δεύτερο παράδειγμα αποτέλεσε η πρόταση για ειδική συνταγματική ρύθμιση ως προς τη δημοκρατική οργάνωση και δράση των πολιτικών κομμάτων. Ο πρώην Πρόεδρος αναγνώρισε ότι ορισμένα κόμματα απέχουν από το να υπηρετούν πλήρως την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως προβλέπει το άρθρο 29 του Συντάγματος. Ωστόσο, εκτίμησε ότι δεν απαιτείται αναθεώρηση, αλλά ενδεχομένως ένας πιο σύγχρονος και αποτελεσματικός εκτελεστικός νόμος με τις αναγκαίες κυρώσεις.

Τρίτο παράδειγμα ήταν η πρόταση για προσθήκη διάταξης στο άρθρο 16 σχετικά με την προστασία, καλλιέργεια και διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Ο κ. Παυλόπουλος χαρακτήρισε αυτονόητη την υποχρέωση του κράτους απέναντι στη γλώσσα, αλλά διερωτήθηκε τι εμποδίζει σήμερα την κυβέρνηση να αναλάβει ολοκληρωμένη νομοθετική πρωτοβουλία χωρίς να απαιτείται ειδική συνταγματική διάταξη.

Μάλιστα, υπενθύμισε ότι μεγάλες γλωσσικές τομές, όπως η καθιέρωση της δημοτικής το 1976 και του μονοτονικού το 1982, έγιναν χωρίς ειδική συνταγματική πρόβλεψη. Παράλληλα, επισήμανε ότι η χρήση του όρου «μέριμνα» αντί του όρου «υποχρέωση» καθιστά την προτεινόμενη διάταξη γενικόλογη και κανονιστικά ασθενή.

Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης Παυλόπουλου ήταν σαφές: το Σύνταγμα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικών εντυπώσεων, ούτε σε χώρο γενικόλογων διακηρύξεων. Ως αυστηρός και κανονιστικά στιβαρός Θεμελιώδης Νόμος, πρέπει να περιέχει σαφείς, πλήρεις και εφαρμόσιμες ρυθμίσεις.

Όπως τόνισε, το Σύνταγμα βασίζεται στο κανονιστικώς δέον και δεν μπορεί να συμβιβάζεται με νομικά αδύναμες ή επικοινωνιακές διατυπώσεις.

Back to top button