breaking newsΔιεθνή

Δημοσίευμα βόμβα από Forbes: Ο Ερντογάν φωνάζει για τη Γάζα, αλλά εισπράττει από το πετρέλαιο που φτάνει στο Ισραήλ

Ένα αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Forbes φέρνει στο προσκήνιο τη μεγάλη αντίφαση πίσω από την ολοένα σκληρότερη αντιϊσραηλινή ρητορική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υποστηρίζοντας πως, την ώρα που ο Τούρκος πρόεδρος καταγγέλλει δημόσια το Ισραήλ για τον πόλεμο στη Γάζα, το πετρέλαιο από το Αζερμπαϊτζάν συνεχίζει να φτάνει στο Ισραήλ μέσω Τουρκίας, με την Άγκυρα να εισπράττει τέλη διέλευσης για κάθε βαρέλι.

Στο άρθρο του με τίτλο «The Oil Pipeline Behind Erdoğan’s Anti-Israel Rhetoric», ο αρθρογράφος του Forbes Ken Silverstein περιγράφει ένα γεωπολιτικό τρίγωνο συμφερόντων, στο οποίο η ρητορική, η ενέργεια, τα οπλικά συστήματα και η εσωτερική πολιτική σκοπιμότητα μπλέκονται με τρόπο που, όπως υποστηρίζει, εκθέτει τον Ερντογάν. Η βασική θέση του δημοσιεύματος είναι ξεκάθαρη: πίσω από τις βαριές δηλώσεις περί «εγκλημάτων πολέμου» και «απομόνωσης του Ισραήλ», το πετρέλαιο συνεχίζει να ρέει κανονικά.

Σύμφωνα με το Forbes, κομβικό ρόλο σε αυτή την υπόθεση παίζει ο αγωγός Μπακού–Τιφλίδα–Τσεϊχάν (BTC), μέσω του οποίου αζέρικο πετρέλαιο μεταφέρεται από την Κασπία, μέσω Γεωργίας, στο τουρκικό λιμάνι του Τσεϊχάν στη Μεσόγειο. Από εκεί φορτώνεται σε δεξαμενόπλοια και κατευθύνεται προς τα ισραηλινά διυλιστήρια. Το δημοσίευμα σημειώνει ότι το πετρέλαιο αυτό καλύπτει εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες περίπου το 40% της ετήσιας κατανάλωσης αργού του Ισραήλ, γεγονός που δείχνει πόσο στρατηγικής σημασίας είναι αυτή η ενεργειακή διαδρομή.

Το πιο βαρύ πολιτικά σημείο της ανάλυσης είναι ότι αυτό το πετρέλαιο, κατά τους ερευνητές που επικαλείται το Forbes, καταλήγει σε καύσιμα που χρησιμοποιούνται ακόμη και από τα μαχητικά F-35 του Ισραήλ, την ώρα που ο Ερντογάν εμφανίζεται διεθνώς ως ένας από τους πιο σκληρούς επικριτές των ισραηλινών επιχειρήσεων στη Γάζα. Με απλά λόγια, το δημοσίευμα λέει ότι η Τουρκία δεν σταμάτησε στην πράξη μια κρίσιμη γραμμή τροφοδοσίας, παρότι δημόσια οικοδομεί εικόνα ηθικής σύγκρουσης με το Τελ Αβίβ.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στα εμπορικά στοιχεία. Το Forbes υποστηρίζει ότι, παρά το επίσημο εμπάργκο που ανακοίνωσε η Άγκυρα τον Μάιο του 2024, οι ροές δεν διεκόπησαν. Αντιθέτως, παρακολουθήσεις δεξαμενόπλοιων και έρευνες διαφόρων οργανισμών, σύμφωνα πάντα με το άρθρο, έδειξαν ότι τα φορτία συνέχισαν να ταξιδεύουν προς το Ισραήλ. Γίνεται μάλιστα λόγος για πλοία που έκλειναν τα συστήματα εντοπισμού τους στην Ανατολική Μεσόγειο και εμφάνιζαν ως προορισμό την Αίγυπτο, ενώ τελικά προσέγγιζαν ισραηλινά λιμάνια.

Το τουρκικό επιχείρημα, όπως το παρουσιάζει το Forbes, είναι ότι η Άγκυρα δεν έχει τη δυνατότητα να εμποδίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του αγωγού, επικαλούμενη τη συμφωνία του 1999 με τη χώρα υποδοχής, η οποία δεσμεύει νομικά την Τουρκία να διατηρεί τη λειτουργία του ανεξαρτήτως περιφερειακών κρίσεων. Το δημοσίευμα, ωστόσο, αντιμετωπίζει αυτή τη γραμμή άμυνας ως νομικό άλλοθι και όχι ως ουσιαστική εξήγηση.

Το άρθρο φωτίζει επίσης το ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο. Το Αζερμπαϊτζάν είναι ένας από τους στενότερους συμμάχους της Τουρκίας, τόσο πολιτικά όσο και εθνοτικά, ενώ ταυτόχρονα το Ισραήλ είναι βασικός προμηθευτής όπλων του Μπακού. Σύμφωνα με το Forbes, η σχέση Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν περιλαμβάνει drones, πυροβολικό μεγάλου βεληνεκούς και αντιαεροπορικά συστήματα, με τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη να έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 απέναντι στην Αρμενία. Παράλληλα, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία του Αζερμπαϊτζάν έχει αποκτήσει άδεια έρευνας για φυσικό αέριο σε θαλάσσια οικόπεδα του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Έτσι, το Forbes περιγράφει μια καθαρή αλυσίδα αλληλεξάρτησης: το αζέρικο πετρέλαιο φτάνει στο Ισραήλ μέσω Τουρκίας, τα ισραηλινά όπλα καταλήγουν στο Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία κερδίζει οικονομικά από τη διέλευση, ενώ ο Ερντογάν καταγγέλλει δημόσια τη συνολική αυτή κατάσταση. Κατά το αμερικανικό περιοδικό, αυτό δεν είναι απλή αντίφαση, αλλά πολιτική στρατηγική.

Σημαντικό κομμάτι της ανάλυσης αφορά και την εσωτερική πολιτική σκηνή στην Τουρκία. Το Forbes συνδέει την όξυνση της ρητορικής Ερντογάν με τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει στο εσωτερικό της χώρας. Το δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι η σύλληψη του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου τον Μάρτιο του 2025, λίγες ημέρες πριν από την επίσημη ανάδειξή του ως προεδρικού υποψηφίου της αντιπολίτευσης, προκάλεσε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που είχε δει η Τουρκία εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κλιμάκωση της αντιϊσραηλινής ρητορικής παρουσιάζεται ως εργαλείο πολιτικής εκτόνωσης και αποπροσανατολισμού.

Το Forbes φιλοξενεί και την άποψη του Sinan Ciddi από το Foundation for Defense of Democracies, ο οποίος αποδίδει τη στάση Ερντογάν στην αδυναμία του να εμφανίσει ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα στο εσωτερικό. Κατά την εκτίμησή του, ο Τούρκος πρόεδρος κατασκευάζει εξωτερικούς εχθρούς για να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση, χωρίς όμως να διακόπτει στην πράξη ούτε το εμπόριο ούτε τις ενεργειακές ροές που αποφέρουν κέρδη.

Το άρθρο πηγαίνει ακόμη παραπέρα, τονίζοντας ότι η υποκρισία δεν εξαντλείται μόνο στη σχέση Τουρκίας–Ισραήλ. Υπενθυμίζει πως ο Ερντογάν, ενώ καταγγέλλει τις ισραηλινές επιχειρήσεις, έχει ο ίδιος διατάξει διασυνοριακές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά κουρδικών δυνάμεων σε Ιράκ και Συρία, με θύματα αμάχους και μαζικούς εκτοπισμούς. Με αυτόν τον τρόπο, το Forbes επιχειρεί να δείξει ότι η ηθική ρητορική της Άγκυρας εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με το κοινό και τις πολιτικές ανάγκες της στιγμής.

Το τελικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι κοφτό και πολιτικά βαρύ: οι ομιλίες δεν κοστίζουν τίποτα, αλλά ο αγωγός πληρώνει. Με άλλα λόγια, το Forbes υποστηρίζει ότι η φλογερή ρητορική του Ερντογάν απέναντι στο Ισραήλ δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες πράξεις, επειδή τα στρατηγικά, οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονται είναι πολύ μεγάλα. Και αυτή ακριβώς η διπλή γλώσσα, κατά το περιοδικό, είναι που συνιστά όχι απλώς αντίφαση, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της τακτικής του Τούρκου προέδρου.

Back to top button