Μια διαφορετική ανάγνωση των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, της αμερικανοϊρανικής διαπραγμάτευσης, αλλά και των επιπτώσεων για την Ελλάδα και το Αιγαίο παρουσίασε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής μιλώντας στη Ναυτεμπορική.
Ο έμπειρος διπλωμάτης υποστήριξε ότι, παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης δεν ήταν αυτό που αρχικά επιδιώχθηκε. Όπως ανέφερε, το Ιράν διατήρησε το βασικό του γεωπολιτικό πλεονέκτημα: τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον κ. Αϋφαντή, οι αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις μπορεί να κατέστρεψαν μεγάλο μέρος των ιρανικών αεροναυτικών δυνατοτήτων, ωστόσο δεν κατάφεραν να παρακάμψουν τη γεωγραφική πραγματικότητα της περιοχής. Όπως τόνισε, τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τη συναίνεση της Τεχεράνης, γεγονός που οδήγησε τελικά σε διαπραγμάτευση και συμβιβασμό.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η συμφωνία των 60 ημερών αποσκοπεί στην επίτευξη μιας συνολικής διευθέτησης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων και την επανένταξη της χώρας στη διεθνή οικονομία. Κατά την εκτίμησή του, ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτέλεσε κυρίως διαπραγματευτικό εργαλείο της Τεχεράνης μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Ομπάμα, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για την επίτευξη καλύτερων όρων. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η επιστροφή του Ιράν στις διεθνείς αγορές θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αποκλειστική οικονομική επιρροή της Κίνας πάνω στους ιρανικούς πόρους και την ενέργεια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στις σχέσεις Ντόναλντ Τραμπ και Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ο κ. Αϋφαντής εκτίμησε ότι υπάρχουν πλέον εμφανείς αποκλίσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, ειδικά ως προς το μέλλον του Λιβάνου και τη συνολική στρατηγική ασφαλείας στην περιοχή. Υποστήριξε ότι στο εσωτερικό των ΗΠΑ καταγράφονται πιέσεις προς τον Αμερικανό πρόεδρο ώστε να μην επιτρέψει την αποτυχία της διαπραγμάτευσης, ενώ απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς.
Αναφερόμενος στο Ισραήλ, ο πρέσβης ε.τ. άσκησε κριτική στη λογική που –κατά την άποψή του– αντιμετωπίζει κάθε στρατιωτικά ισχυρό γείτονα ως εν δυνάμει απειλή ανεξαρτήτως προθέσεων. Προειδοποίησε ότι μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί σε διαρκείς συγκρούσεις και σε έναν «αέναο πόλεμο», υποστηρίζοντας ότι η μακροπρόθεσμη ασφάλεια του Ισραήλ περνά μέσα από την αποδοχή του από τους γείτονές του και την επίλυση του Παλαιστινιακού.
Ο Γιώργος Αϋφαντής συνέδεσε στη συνέχεια τα συμπεράσματα από το Ιράν με την ελληνική πραγματικότητα. Όπως είπε, το μεγαλύτερο δίδαγμα της σύγκρουσης είναι ότι «η γεωγραφία είναι ανίκητη». Υποστήριξε ότι όπως το Ιράν αξιοποίησε το γεωγραφικό του πλεονέκτημα στα Στενά του Ορμούζ, έτσι και η Ελλάδα διαθέτει αντίστοιχα πλεονεκτήματα στο Αιγαίο.
Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επιχειρήσει ταυτόχρονα εναντίον όλων των ελληνικών νησιών, ενώ απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο «πνεύμα αντίστασης» που –όπως ανέφερε– επέδειξε η Τεχεράνη αρνούμενη να παραδώσει τον έλεγχο των Στενών. Αντίθετα, εξέφρασε την ανησυχία του ότι η Άγκυρα θεωρεί πως η ελληνική πολιτική τάξη είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει υπό πίεση και γι’ αυτό συνεχίζει να προβάλλει τις διεκδικήσεις της μέσω της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Τέλος, σχολιάζοντας τις εξελίξεις ενόψει της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, σημείωσε ότι η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως κρίσιμος παράγοντας για τη Συμμαχία και τις αμερικανικές στρατηγικές επιδιώξεις στην περιοχή, αξιοποιώντας τις προσωπικές σχέσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ντόναλντ Τραμπ.