Η πληροφορία ότι η Τουρκία διαπραγματεύεται τη μεταφορά των ρωσικών S-400 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν αφορά μόνο την τύχη ενός αντιαεροπορικού συστήματος. Πίσω από τις συζητήσεις βρίσκεται η προσπάθεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35 και, ταυτόχρονα, μια ευρύτερη αμερικανική σκέψη για αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Άγκυρα επιδιώκει να απομακρύνει τους S-400 ώστε να αρθούν οι αμερικανικές κυρώσεις και να καμφθούν οι αντιρρήσεις για την πώληση των προηγμένων μαχητικών. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, από την πλευρά τους, αναζητούν τρόπους ενίσχυσης της αεράμυνάς τους μετά τις επιθέσεις με πυραύλους και drones που δέχθηκαν κράτη του Κόλπου κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Το σχέδιο εμφανίζεται ως μια συμφωνία από την οποία μπορούν να κερδίσουν όλοι. Η Τουρκία απαλλάσσεται από το εμπόδιο των S-400, τα Εμιράτα αποκτούν ισχυρότερη αεράμυνα και ο Ντόναλντ Τραμπ ενισχύει έναν ηγέτη τον οποίο αντιμετωπίζει ως χρήσιμο συνομιλητή. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι εάν η απομάκρυνση του ρωσικού συστήματος αρκεί για να μετατραπεί η Τουρκία σε αξιόπιστο διαχειριστή της δυτικής στρατιωτικής τεχνολογίας.
Η Άγκυρα παζαρεύει τους S-400 για τα F-35 – Σενάριο μεταφοράς στα ΗΑΕ και συναγερμός στην Αθήνα
Οι S-400 μπορεί να φύγουν, η δυσπιστία παραμένει
Η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, επειδή επέλεξε να προμηθευτεί τους S-400 από τη Ρωσία παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον θεώρησε ότι η ταυτόχρονη παρουσία του ρωσικού συστήματος και των αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία θα μπορούσε να αποκαλύψει στη Μόσχα κρίσιμα δεδομένα για το ίχνος και τις επιχειρησιακές δυνατότητες των F-35. Η επιλογή του Ερντογάν προκάλεσε κυρώσεις, βαθύ ρήγμα με τις ΗΠΑ και απώλεια αμυντικών συμβάσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ο Ισραηλινός στρατηγικός αναλυτής και πρώην αντιπρόεδρος Εξωτερικών Σχέσεων της Israel Aerospace Industries, Σάι Γκαλ, προειδοποίησε μέσω των EurAsian Times ότι η μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα δεν διαγράφει όσα έχουν ήδη συμβεί. Δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο έκθεσης ευαίσθητων πληροφοριών ούτε αποκαθιστά αυτομάτως τη στρατηγική εμπιστοσύνη.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί να εγκρίνει μόνος του την πώληση. Απαιτούνται η άρση των κυρώσεων, η συναίνεση του Κογκρέσου, οι έλεγχοι του Πενταγώνου και των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και μια μακρά διαδικασία παραγωγής, εκπαίδευσης και πιστοποίησης.
Η Άγκυρα παζαρεύει τους S-400 για τα F-35 – Σενάριο μεταφοράς στα ΗΑΕ και συναγερμός στην Αθήνα
Οι προειδοποιήσεις Ελλάδας και Ισραήλ
Η Αθήνα έχει ήδη μεταφέρει τις ανησυχίες της στην αμερικανική κυβέρνηση, τονίζοντας ότι οπλικά συστήματα που πωλούνται σε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εναντίον άλλου συμμάχου.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να καθορίσει την αμυντική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει, όμως, κάθε δικαίωμα να υπενθυμίζει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli, δηλαδή την απειλή πολέμου, εάν η χώρα μας ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών υδάτων.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει δηλώσει καθαρά ότι η Ελλάδα δεν θα είναι ευχαριστημένη εάν η Τουρκία αποκτήσει τα F-35 ή τους κινητήρες για μαχητικά επόμενης γενιάς. Αντίστοιχες αντιδράσεις υπάρχουν και στο αμερικανικό Κογκρέσο, με τη Δημοκρατική βουλευτή Ντίνα Τάιτους να επικαλείται την επιθετική στάση της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Αντίθετο στην πώληση είναι και το Ισραήλ. Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει προειδοποιήσει ότι τα τουρκικά F-35 θα μπορούσαν να ανατρέψουν την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή και να πλήξουν το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ.
Οι αντιδράσεις Ελλάδας και Ισραήλ δεν αποτελούν εκδήλωση φοβικού συνδρόμου. Στηρίζονται στην εμπειρία από τη συμπεριφορά της Τουρκίας και στη γνώση ότι η Άγκυρα δεν χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ αποκλειστικά για αμυντικούς σκοπούς.
Η πραγματική εικόνα της τουρκικής «σταθερότητας»
Η Τουρκία κατέχει παράνομα σχεδόν το 38% της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1974, διατηρώντας στρατεύματα κατοχής σε έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει πραγματοποιήσει αλλεπάλληλες στρατιωτικές εισβολές στη Συρία και στο Ιράκ, δημιουργώντας ζώνες ελέγχου και επιχειρώντας πέρα από τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορά της.
Ενεπλάκη ενεργά στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης, στέλνοντας στρατιωτικό προσωπικό, οπλικά συστήματα και υποστηριζόμενες δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσει πολιτική και στρατηγική επιρροή. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, τη λιβυκή κρίση για να προωθήσει το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, επιχειρώντας να αμφισβητήσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η Άγκυρα διεύρυνε τη στρατιωτική και πολιτική της παρουσία στην Αφρική, εμπλεκόμενη σε τοπικούς ανταγωνισμούς, ενώ στον πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ στήριξε αποφασιστικά το Αζερμπαϊτζάν, συμβάλλοντας στην αλλαγή των συσχετισμών ισχύος στον Νότιο Καύκασο.
Η Τουρκία ακολουθεί ένα σταθερό μοντέλο: παρεμβαίνει σε μια κρίση, δημιουργεί τετελεσμένα και στη συνέχεια προσφέρεται ως απαραίτητος μεσολαβητής για τη διαχείριση των συνεπειών. Παράγει, δηλαδή, μέρος του προβλήματος και κατόπιν ζητεί ανταλλάγματα για να συμμετάσχει στη λύση του.
Τα «κλειδιά» δεν πρέπει να παραδοθούν στην Άγκυρα
Στην Ουάσιγκτον φαίνεται να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η Τουρκία μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο στη διαχείριση της Μέσης Ανατολής και να λειτουργήσει ως βασικός περιφερειακός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Με απλά λόγια, ότι η Αμερική μπορεί να αφήσει τα «κλειδιά» της περιοχής στον Ερντογάν.
Η συγκεκριμένη αντίληψη είναι επικίνδυνη. Αγνοεί την κατοχή της Κύπρου, την απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας, τις εισβολές στη Συρία και στο Ιράκ, την παρέμβαση στη Λιβύη και τη συνολική προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει τη δική της ηγεμονία από τον Καύκασο μέχρι την Αφρική.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να αγνοήσουν τις φωνές που προειδοποιούν για τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας. Η Άγκυρα μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες διαπραγματεύσεις, αλλά αυτό δεν την καθιστά αξιόπιστο θεματοφύλακα της περιφερειακής τάξης.
Η Τουρκία δεν αποτελεί πυλώνα σταθερότητας. Αποτελεί πηγή προβλημάτων, τα οποία αξιοποιεί για να αυξάνει την ισχύ και τη διαπραγματευτική της αξία. Και η παράδοση προηγμένων οπλικών συστημάτων, αλλά κυρίως των «κλειδιών» της περιοχής, σε έναν τέτοιο δρώντα δεν είναι στρατηγική. Είναι ένα επικίνδυνο στοίχημα με συνέπειες για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.