Το Πακιστάν αναδεικνύεται στην πλέον φιλοκινεζική χώρα στον κόσμο, σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center που πραγματοποιήθηκε το 2026 σε 36 χώρες. Περίπου το 90% των Πακιστανών δηλώνει ότι διατηρεί θετική άποψη για την Κίνα, ποσοστό που δεν καταγράφεται σε καμία άλλη χώρα του δείγματος.
Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η πολυδιαφημισμένη «παντός καιρού» στρατηγική συνεργασία Πεκίνου και Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζεται στις κυβερνήσεις και στις στρατιωτικές ηγεσίες, αλλά έχει ισχυρά ερείσματα και στην πακιστανική κοινωνία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Μαλαισία, όπου η θετική γνώμη για την Κίνα φτάνει το 75%. Στον αντίποδα, μόλις το 11% των Ιαπώνων εκφράζεται θετικά για το Πεκίνο. Συνολικά, σε 25 από τις 36 χώρες οι πολίτες εμφανίζονται πλέον περισσότερο θετικοί απέναντι στην Κίνα από ό,τι απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ακόμη εντυπωσιακότερη είναι η προσωπική αποδοχή του Κινέζου προέδρου. Το 83% των Πακιστανών δηλώνει εμπιστοσύνη στην ηγεσία του Σι Τζινπίνγκ, όταν το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στην Κένυα με 73%.

Η Ινδία στο επίκεντρο της σύγκλισης
Η στενή σχέση Κίνας και Πακιστάν οικοδομήθηκε πρωτίστως πάνω σε ένα κοινό στρατηγικό συμφέρον: την ανάσχεση της Ινδίας.
Μετά τον σινοϊνδικό πόλεμο του 1962, το Ισλαμαμπάντ διέκρινε την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν ισχυρό άξονα με το Πεκίνο, υποχρεώνοντας το Νέο Δελχί να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο μιας ταυτόχρονης απειλής στα βόρεια και στα δυτικά του σύνορα.
Το 1963 οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία οριοθέτησης. Στο πλαίσιο αυτής, το Πακιστάν έθεσε υπό κινεζικό έλεγχο την αμφισβητούμενη περιοχή Σακσγκάμ, έκτασης περίπου 5.180 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η Ινδία εξακολουθεί να απορρίπτει τη συμφωνία, θεωρώντας την περιοχή τμήμα του ευρύτερου Κασμίρ.
Έκτοτε, η αντιπαράθεση με την Ινδία αποτελεί τον βασικό συνεκτικό κρίκο της σινοπακιστανικής συνεργασίας. Το Πεκίνο προσφέρει στο Ισλαμαμπάντ όπλα, τεχνολογία, πληροφορίες και διπλωματική κάλυψη, ενώ το Πακιστάν παρέχει στην Κίνα πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό και τη δυνατότητα άσκησης πίεσης στο Νέο Δελχί από τα δυτικά.
Το κινεζικό οπλοστάσιο του Πακιστάν
Η Κίνα έχει εξελιχθεί μακράν στον σημαντικότερο εξοπλιστικό προμηθευτή του Πακιστάν. Σύμφωνα με στοιχεία του SIPRI που επικαλείται το δημοσίευμα, περίπου το 80% των πακιστανικών εισαγωγών οπλικών συστημάτων κατά την περίοδο 2021–2025 προήλθε από την Κίνα.
Στο οπλοστάσιο του Πακιστάν έχουν ενταχθεί μαχητικά J-10CE, κινεζοπακιστανικά JF-17 Thunder, πύραυλοι αέρος-αέρος μεγάλου βεληνεκούς PL-15, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα αεράμυνας HQ-9.
Παράλληλα, το Πεκίνο προμηθεύει το πακιστανικό Πολεμικό Ναυτικό με οκτώ υποβρύχια κλάσης Hangor, εξοπλισμένα με σύστημα αναερόβιας πρόωσης. Η απόκτησή τους αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την ικανότητα του Ισλαμαμπάντ να επιχειρεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα στον Ινδικό Ωκεανό.
Κατά τη σύντομη ινδοπακιστανική σύγκρουση του 2025, κινεζικής κατασκευής οπλικά συστήματα βρέθηκαν στο επίκεντρο των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με αναφορές που επικαλείται η EurAsian Times, το Πεκίνο παρείχε επίσης πληροφοριακή και δορυφορική υποστήριξη στο Πακιστάν, ισχυρισμός που αναδεικνύει τον βαθμό της στρατηγικής συνεργασίας των δύο πλευρών.
Ο οικονομικός διάδρομος των 60 δισ. δολαρίων
Η οικονομική βάση της σχέσης είναι ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, ο γνωστός CPEC, ένα από τα σημαντικότερα σκέλη της κινεζικής πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος».
Οι συνολικές κινεζικές επενδύσεις και δεσμεύσεις στο πλαίσιο του CPEC υπολογίζονται σε περισσότερα από 60 δισ. δολάρια. Τα έργα έχουν συμβάλει, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, στη δημιουργία περίπου 250.000 θέσεων εργασίας, στην προσθήκη 8.000 μεγαβάτ ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος και στην κατασκευή εκατοντάδων χιλιομέτρων δρόμων και δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Κομβική θέση κατέχει το λιμάνι του Γκουαντάρ στο Μπαλουχιστάν. Για την Κίνα, το Γκουαντάρ προσφέρει δυνητική διέξοδο στον Ινδικό Ωκεανό, μειώνοντας τη γεωγραφική εξάρτησή της από τα στενά της Μαλάκκας. Για το Πακιστάν, αποτελεί ελπίδα οικονομικής ανάπτυξης αλλά και εργαλείο αναβάθμισης της γεωστρατηγικής του θέσης.
Η κινεζική βοήθεια, όμως, έχει δημιουργήσει και τεράστια οικονομική εξάρτηση. Σχεδόν το ένα τέταρτο του εξωτερικού χρέους του Πακιστάν εκτιμάται ότι οφείλεται στην Κίνα, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο διμερή πιστωτή του.
Η διπλωματική ασπίδα του Πεκίνου
Εξίσου σημαντική για το Ισλαμαμπάντ είναι η κινεζική υποστήριξη στους διεθνείς οργανισμούς. Το Πεκίνο έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει τεχνικές ενστάσεις και καθυστερήσεις απέναντι σε ινδικές πρωτοβουλίες για την επιβολή κυρώσεων σε πρόσωπα που συνδέονται με οργανώσεις οι οποίες δρουν από πακιστανικό έδαφος.
Η πιο χαρακτηριστική υπόθεση ήταν εκείνη του Μασούντ Αζχάρ, επικεφαλής της Τζαΐς ε Μοχάμεντ, πριν από την τελική ένταξή του στον κατάλογο κυρώσεων του ΟΗΕ το 2019. Ανάλογες κινεζικές κινήσεις έχουν καταγραφεί σε υποθέσεις άλλων Πακιστανών εξτρεμιστών.
Η Κίνα, μαζί με την Τουρκία και τη Μαλαισία, υποστήριξε επίσης το Πακιστάν στις κρίσιμες διαδικασίες της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης, συμβάλλοντας στην αποφυγή της «μαύρης λίστας» και στην έξοδό του από τη «γκρίζα λίστα» τον Οκτώβριο του 2022.
Οι ρωγμές στο Μπαλουχιστάν
Πίσω από την εικόνα της απόλυτης σύμπλευσης, ωστόσο, συσσωρεύονται σοβαρές εντάσεις. Η μεγαλύτερη απειλή εντοπίζεται στο πλούσιο σε φυσικούς πόρους αλλά εξαιρετικά ασταθές Μπαλουχιστάν.
Ένοπλες αυτονομιστικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι τα κινεζικά έργα εκμεταλλεύονται τον τοπικό πλούτο χωρίς να ωφελούν τον πληθυσμό. Κινέζοι μηχανικοί, εργαζόμενοι και εγκαταστάσεις του CPEC έχουν βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο.
Σύμφωνα με την πακιστανική Εθνική Αρχή Αντιτρομοκρατίας, από το 2021 έχουν σημειωθεί 14 μεγάλες επιθέσεις κατά Κινέζων πολιτών, με 20 νεκρούς και 35 τραυματίες. Η κατάσταση προκαλεί έντονη δυσφορία στο Πεκίνο, όπου διατυπώνονται εισηγήσεις για ανάπτυξη κινεζικού προσωπικού ασφαλείας με σκοπό την προστασία των έργων.
Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα δημιουργούσε σοβαρά ερωτήματα για την πακιστανική κυριαρχία και θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αντικινεζική αντίδραση.
Η παγίδα του χρέους και η επιστροφή των ΗΠΑ
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι το χρέος. Εάν το Πακιστάν βρεθεί σε αδυναμία εξυπηρέτησης των κινεζικών δανείων, μπορεί να αναγκαστεί να προσφέρει στο Πεκίνο μακροχρόνιο έλεγχο επί κρίσιμων υποδομών ή φυσικών πόρων.
Το ενδεχόμενο παραχώρησης του Γκουαντάρ ή άλλης υποδομής με τρόπο ανάλογο –αν και όχι απολύτως ταυτόσημο– με τη μακροχρόνια μίσθωση του λιμανιού Χαμπαντότα της Σρι Λάνκα θα μπορούσε να πυροδοτήσει μεγάλη πολιτική και κοινωνική αντίδραση.
Ταυτόχρονα, η βελτίωση των σχέσεων του Ισλαμαμπάντ με την κυβέρνηση Τραμπ παρακολουθείται με καχυποψία από το Πεκίνο. Κινέζοι αναλυτές εκτιμούν ότι το Πακιστάν μπορεί να επιχειρήσει μια νέα εξισορρόπηση μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, επιδιώκοντας στρατιωτικά, οικονομικά ή πολιτικά ανταλλάγματα και από τις δύο πλευρές.
Η σινοπακιστανική σχέση παραμένει ισχυρή, χωρίς όμως να συνιστά πλήρη στρατιωτική συμμαχία. Οι διαφορετικές στρατιωτικές δομές, τα δόγματα επιχειρήσεων και το μεικτό οπλοστάσιο δυτικών και κινεζικών συστημάτων περιορίζουν την πλήρη επιχειρησιακή διασύνδεση.