Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
(Ποια Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία; Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει).
Η ποιότητα μιας σύγχρονης δημοκρατίας δεν κρίνεται αποκλειστικά από τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Κρίνεται πρωτίστως από την αποτελεσματικότητα των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, την ισότητα όλων απέναντι στον νόμο, την ουσιαστική λογοδοσία της πολιτικής εξουσίας, αλλά και την απουσία διαφάνειας σε ηθικές αξίες και ιδανικά που παραπέμπουν στην υπαρξιακή υπόσταση του Ορθοδόξου Έθνους των Ελλήνων.
Όταν οι πολίτες παύουν να εμπιστεύονται ότι οι θεσμοί λειτουργούν αμερόληπτα και με τους ίδιους κανόνες για όλους, τότε η κρίση παύει να είναι απλώς πολιτική και μετατρέπεται σε υποστατική και υπαρξιακή κρίση του ίδιου του κράτους δικαίου. Η σύγχρονη νομική θεωρία της συνταγματικής δημοκρατίας υποστηρίζει ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν εξαντλείται στην αρχή της πλειοψηφίας. Όπως επισημαίνει ο John Rawls, η πολιτική εξουσία οφείλει να ασκείται μέσα σε ένα πλέγμα θεσμικών περιορισμών που διασφαλίζουν την ελευθερία, την ισότητα και την προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών. Ο νομικός και καθηγητής Πανεπιστημίου της Μαγναύρας Κωνσταντινούπολης ο Μέγας Φώτιος σήμερα προσβλητικά παραθεωρείται από τη νομική επιστήμη, διότι αρέσκεται να χρησιμοποιεί προτεσταντίζουσες θεωρίες της Εσπερίας. Και άλλοι χρησιμοποιούν τα φράγκικα υλικά για να μας διδάξουν νομική επιστήμη, που όταν αυτή είχε αναπτυχθεί στην καθ ημάς Ανατολή, η Εσπερια δεν γνώριζε να τρώει με κουτάλι.
Πάραυτα ας χρησιμοποιήσουμε και τον Luigi Ferrajoli που θεωρεί ότι η ουσία του κράτους δικαίου έγκειται ακριβώς στην υπαγωγή της κρατικής εξουσίας στους κανόνες του δικαίου και όχι στην ανεξέλεγκτη κυριαρχία της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Οι ίδιες αρχές κατοχυρώνονται και στο ελληνικό Σύνταγμα από τους Έλληνες Νομοθέτες. Το άρθρο 26 Ελλ.Σ. θεμελιώνει τη διάκριση των λειτουργιών, ενόσω το άρθρο 87 κατοχυρώνει τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, ενώ το άρθρο 120 υπενθυμίζει ότι ο σεβασμός του Συντάγματος αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των οργάνων της Πολιτείας.
Η ύπαρξη αυτών των διατάξεων, όμως, δεν αρκεί από μόνη της να διασφαλίσει την πολιτειακή υπαρξιακή σταθερότητα. Καθότι η πραγματική δοκιμασία κάθε δημοκρατίας βρίσκεται στην πρακτική εφαρμογή τους. Σήμερα η επταετής διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτέλεσε περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης και σημαντικών θεσμικών δοκιμασιών. Δεν θα ήταν ούτε ιστορικά, πολιτικά, ούτε επιστημονικά ορθό να υποστηριχθεί ότι η διαφθορά ή οι πελατειακές πρακτικές εμφανίστηκαν στην Ελλάδα μετά το 2019. Αντιθέτως, συναποτελούν διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της γνωστής διχόνοιας, όταν οι Έλληνες γίνονται μέλη Μυστικών Εταιρειών. Κάτι που το αγνόησαν διαχρονικά οι Έλληνες Πολιτικοί, ενόσω ο Άμισθος Κυβερνήτης Ιω Καποδίστριας το είχε απαγορεύσει για δημοσίους λειτουργούς και στρατιωτικούς, με διάταγμα του 36 ημέρας πριν την δολοφονία του.
Ωστόσο, η έκταση, η συχνότητα και η σοβαρότητα των υποθέσεων που αναδείχθηκαν κατά την τελευταία επταετία διακυβέρνησης τής Ελλάδος δημιούργησαν εύλογο προβληματισμό σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου, τη διαφάνεια της δημόσιας διοίκησης και τη λειτουργία της θεσμικής λογοδοσίας.
Μάλιστα στις 2Ο Ιουλίου η Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του προφήτη Ηλία, του δεύτερο Προδρόμου της Παρουσίας Χριστού. Ο οποίος θανάτωσε πλήθος Ιερέων, Φαρισαίων και Γραμματέων, που είχαν ξεφύγει από το νόμο του Θεού, όπως μας αναφέρει η ιερή βιβλική ιστορία του Ισραήλ. Κι αυτός θα γίνει σύμφωνα με την Ιερά ορθόδοξο υμνολογία ο δεύτερος πρόδρομος της παρουσίας Χριστού, για να καταγγείλει δημόσια τον ψεύτικο μεσσία δηλαδή τον αντί.χριστο, και να θανατωθεί από αυτόν, όπου ο Κύριος αυτών εσταυρώθη, δηλαδή στην πλατεία των Ιεροσολύμων, έξω από το ναό της Αναστάσεως. Παραμένει το ερώτημα εάν θα καταδεχθεί να συνομιλήσει, με το Ιερατείο και με τον τότε Πατριάρχη Ιεροσολύμων και τους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής του, που θα απομυζούν το λαό και θα τον εξουθενώνουν με τα ψέματα τους.
Η σύγχρονη δημόσια συζήτηση δεν περιορίστηκε πλέον σε μεμονωμένες περιπτώσεις οικονομικής κακοδιαχείρισης. Επεκτάθηκε στη καλή ή κακή διαχείριση του δημόσιου χρήματος, στις δημόσιες συμβάσεις και τις απευθείας αναθέσεις, στη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών, στην ασφάλεια των μεταφορών, στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, στην ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, αλλά και στην αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού και δικαστικού ελέγχου.
Η διαφθορά σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δεν ταυτίζεται αποκλειστικά και μόνο με τον παράνομο οικονομικό πλουτισμό. Μπορεί να εκδηλωθεί μέσω της αδιαφάνειας, της αποδυνάμωσης των θεσμικών αντιβάρων, της εργαλειοποίησης των κρατικών μηχανισμών, της συγκέντρωσης της υπέρμετρης εξουσίας και της δυσχέρειας της αποτελεσματικής λογοδοσίας.
Όταν η σύγχρονη πολιτική εξουσία εμφανίζεται να λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, η θεσμική ισορροπία διαταράσσεται ανεξάρτητα από την ποινική αξιολόγηση των συγκεκριμένων πράξεων. Οι υποθέσεις που απασχόλησαν τη σημερινή δημόσια ζωή —όπως η λεγόμενη «Λίστα Πέτσα», οι απευθείας αναθέσεις κατά την περίοδο της πανδημίας και των πειραματικών σκευασμάτων, οι παρακολουθήσεις μέσω της ΕΥΠ και του λογισμικού Predator, η τραγωδία των Τεμπών και οι εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ— ανέδειξαν τα πολύ κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τη σύγχρονη λειτουργία των θεσμών.
Για πολλές από αυτές τις υποθέσεις οι δικαστικές διαδικασίες εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, κάθε επιστημονική προσέγγιση οφείλει να σέβεται απολύτως το τεκμήριο της αθωότητας και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Η πολιτική ευθύνη, ωστόσο, δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ποινική ευθύνη. Στα κοινοβουλευτικά δημοκρατικά συστήματα, η λογοδοσία της κυβέρνησης απέναντι στη Βουλή και στην κοινωνία αποτελεί αυτοτελή θεσμική υποχρέωση. Ακόμη και όταν δεν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη, η πολιτική διαχείριση μιας κρίσης παραμένει αντικείμενο δημόσιας αξιολόγησης.
Νομικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση της ελληνικής Δικαιοσύνης. Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε επιστημονικά ορθό να αμφισβητηθεί συλλήβδην η ακεραιότητα του δικαστικού σώματος. Χιλιάδες δικαστικοί λειτουργοί προσπαθούν να επιτελούν καθημερινά το έργο τους με ανεξαρτησία και υψηλό αίσθημα ευθύνης. Εδώ χρειάζεται μεγάλη πίστη στα ιδανικά του Έθνους τα οποία βρίσκονται σε συνάρτηση με τον όρκο τους. Παρά ταύτα, οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, η διαδικασία επιλογής της ανώτατης δικαστικής ηγεσίας, η αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών και η δημόσια εικόνα της θεσμικής ανεξαρτησίας, εξακολουθούν να αποτελούν το αντικείμενο, του διαρκούς επιστημονικού και πολιτικού προβληματισμού.
.
Οι προβληματισμοί αυτοί δεν περιορίζονται μόνο στην ελληνική έννομη τάξη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω των ετήσιων Εκθέσεων για το Κράτος Δικαίου, αξιολογεί συστηματικά όλα τα κράτη-μέλη ως προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τη λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων. Παρά τις αξιολογήσεις η κακοδιαχείριση και η αδιαφάνεια επικρατεί, γιατί οι Θεσμοί οφείλουν να έχουν μέτρο συγκρθσης όχι μόνο το Σύνταγμα της χώρας τους αλλά και τις ηθικές αξίες του Χριστιανισμού στην πράξη.
Αντίστοιχα, η GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει επανειλημμένα διατυπώσει συστάσεις προς την Ελλάδα για την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της πρόληψης της διαφθοράς.
Παράλληλα, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι η ανεξαρτησία και η αμεροληψία της Δικαιοσύνης συναποτελούν ουσιώδη στοιχεία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η ελληνική υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση τη σημασία αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου στη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων. Οι σχετικές έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν όπου κρίθηκε ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις και οι αρχειοθετήσεις υποθέσεων όπου δεν προέκυψαν αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί μόνο όταν κάθε υπόθεση εξετάζεται εξατομικευμένα, χωρίς συλλογικές ενοχοποιήσεις αλλά και χωρίς συλλογικές απαλλαγές.
Το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» ανέδειξε ένα διαχρονικό θεωρητικό ζήτημα της δημόσιας διοίκησης: τη σχέση μεταξύ συγκέντρωσης εξουσίας και πολιτικής ευθύνης. Όσο περισσότερο συγκεντρώνονται οι κρίσιμες αποφάσεις στο κέντρο της εκτελεστικής εξουσίας, τόσο ισχυρότερη καθίσταται η απαίτηση για ουσιαστική πολιτική και λογοδοσία όταν ανακύπτουν σοβαρές θεσμικές δυσλειτουργίες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δημόσια συζήτηση περί κυβέρνησης ειδικού σκοπού δεν πρέπει να προσεγγίζεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της κομματικής αντιπαράθεσης. Πρόκειται για μία θεσμικά προβλεπόμενη πολιτική επιλογή ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, εφόσον διαθέτει σαφή, περιορισμένη και δημόσια εντολή με αποκλειστικό αντικείμενο την αποκατάσταση της θεσμικής ομαλότητας, την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, την πλήρη διερεύνηση όλων των υποθέσεων δημοσίου ενδιαφέροντος και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η ουσία του δημόσιου διαλόγου δεν πρέπει να περιορίζεται στην εναλλαγή κυβερνητικών σχηματισμών, αλλά να επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της θεσμικής αξιοπιστίας του κράτους. Σε μια συντεταγμένη δημοκρατία, η λογοδοσία δεν αποτελεί πολιτική επιλογή αλλά κάθετη και ουσιαστικά θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση. Η διερεύνηση κάθε υπόθεσης πρέπει να πραγματοποιείται με πλήρη σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας, στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, συμψηφισμούς ή επιλεκτικές εξαιρέσεις.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς προϋποθέτει πλήρη διαλεύκανση κάθε υπόθεσης που εγείρει ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας και ίση εφαρμογή του νόμου έναντι όλων, ανεξαρτήτως πολιτικής ή θεσμικής ιδιότητας. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να ενισχυθεί η νομιμοποίηση της δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Η κρίση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές διαχειρίσεις, ούτε με απλή εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. Αντιμετωπίζεται με θεσμική ανασυγκρότηση, διαφάνεια, αποτελεσματική λογοδοσία και απόλυτο σεβασμό στις αρχές του κράτους δικαίου. Μόνον τότε η Πολιτεία μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία της και να θεμελιώσει μια πραγματικά νέα σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη.
Η χώρα χρειάζεται όχι μόνο πολιτική αλλαγή, αλλά κυρίως θεσμική αναγέννηση. Η επιστροφή στις Ρίζες, στα Ιδανικά του Έθνους και της Πατρίδας είναι υπαρξιακή αναγκαιότητα. Η αλήθεια, η διαφάνεια, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η λογοδοσία αποτελούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της δημοκρατικής πολιτείας.
Χωρίς λογοδοσία δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική κάθαρση. Και χωρίς κάθαρση δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική νέα αρχή για την ελληνική δημοκρατία. Δίχως τη μετάνοια, δίχως τη μεταβολή του προηγούμενου νομικού και πολιτειακού και πολιτικού τρόπου σκέψης δεν μπορούν από μόνοι τους οι Θεσμοί να αποκτήσουν την υπαρξιακή τους αυτοτέλεια και να αντλήσουν τη μεταμορφωτική τους δυνατότητα. Δίχως αληθινή πίστη όλα επιτρέπονται. Για αυτό ο διδάχος Κοσμάς Αιτωλός έλεγε σε μικρούς και μεγάλους, Χριστός και Ελλάδα σας χρειάζεται.