Σοβαρούς ισχυρισμούς για κινεζικές επιχειρήσεις επιρροής στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2020 περιλαμβάνει αποχαρακτηρισμένο σημείωμα της CIA, σύμφωνα με δημοσίευμα του Breitbart News.
Το έγγραφο, το οποίο σύμφωνα με το αμερικανικό μέσο δόθηκε στη δημοσιότητα από τον Λευκό Οίκο τον Ιούλιο του 2026, αναφέρει ότι η κινεζική κυβέρνηση φέρεται να είχε διαμορφώσει ήδη από τα μέσα του 2019 στρατηγική με στόχο την υπονόμευση της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό των ΗΠΑ προς τον τότε πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Η πλέον εντυπωσιακή αναφορά αφορά τον χώρο των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης. Κατά το αποχαρακτηρισμένο σημείωμα, το Πεκίνο φέρεται να επιδίωκε να εντοπίσει δημοσιογράφους στις ΗΠΑ οι οποίοι είχαν ήδη δημοσιεύσει επικριτικά ρεπορτάζ ή άρθρα για τον Τραμπ και να τους προσφέρει χρήματα προκειμένου να παράγουν περισσότερα αρνητικά δημοσιεύματα.
Πρόκειται, πάντως, για ισχυρισμό αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών και όχι για δημοσιοποιημένα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένοι Αμερικανοί δημοσιογράφοι αποδέχθηκαν χρήματα ή συνεργάστηκαν με την κινεζική κυβέρνηση. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Τι αναφέρει το σημείωμα της CIA
Σύμφωνα με το Breitbart, το αποχαρακτηρισμένο έγγραφο περιγράφει την κινεζική στρατηγική στα μέσα του 2019 ως επικεντρωμένη στην αποδυνάμωση της εσωτερικής εμπιστοσύνης προς τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η επιχείρηση επιρροής φέρεται να μην περιοριζόταν στα ΜΜΕ.
Στο σημείωμα αναφέρεται επίσης ότι η κινεζική κυβέρνηση σχεδίαζε να αξιοποιήσει τις εμπορικές σχέσεις και τα συμβόλαια που διατηρούσε με μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επηρεάσει επιχειρηματικούς παράγοντες των ΗΠΑ και να τους στρέψει εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ.
Το επίμαχο απόσπασμα του εγγράφου καταλήγει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, στην εκτίμηση ότι η κινεζική κυβέρνηση επιθυμούσε την ήττα του Αμερικανού προέδρου στις επόμενες εκλογές.
Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Το 2019 οι σχέσεις Ουάσινγκτον–Πεκίνου βρίσκονταν ήδη σε περίοδο έντονης αντιπαράθεσης, με την κυβέρνηση Τραμπ να έχει ανοίξει εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και να αντιμετωπίζει το Πεκίνο ολοένα περισσότερο ως στρατηγικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τραμπ: Ήθελαν να πληρώνουν δημοσιογράφους
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε την υπόθεση κατά τη διάρκεια ομιλίας του για την ακεραιότητα των αμερικανικών εκλογών.
Υποστήριξε ότι το Πεκίνο επιχείρησε να εντοπίσει δημοσιογράφους που είχαν ήδη αρνητική στάση απέναντί του και να τους προσφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά για περισσότερα επικριτικά δημοσιεύματα.
Κατά τον Τραμπ, απώτερος στόχος ήταν να επηρεαστεί το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ και να αυξηθούν οι πιθανότητες ήττας του στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2020.
Το συγκεκριμένο έγγραφο εντάσσεται, σύμφωνα με το Breitbart, σε μεγαλύτερο πακέτο αποχαρακτηρισμένων πληροφοριών που δημοσιοποίησε ο Λευκός Οίκος σχετικά με ξένες παρεμβάσεις και ευπάθειες του αμερικανικού εκλογικού συστήματος.
Η διάσταση της «επιχείρησης επιρροής»
Η σημασία της συγκεκριμένης αποκάλυψης βρίσκεται κυρίως στη μέθοδο που περιγράφεται.
Οι επιχειρήσεις επιρροής δεν προϋποθέτουν κατ’ ανάγκη άμεση παρέμβαση στην ίδια την εκλογική διαδικασία. Μπορούν να στοχεύουν στη διαμόρφωση του δημόσιου διαλόγου, στην ενίσχυση ήδη υπαρχουσών πολιτικών διαιρέσεων, στην αξιοποίηση οικονομικών σχέσεων ή στη χειραγώγηση της πληροφορίας.
Εφόσον η εκτίμηση της CIA αποτυπώνει πραγματικό κινεζικό σχεδιασμό, η φερόμενη προσπάθεια προσέγγισης δημοσιογράφων θα εντασσόταν ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία: επηρεασμός του πληροφοριακού περιβάλλοντος μιας αντίπαλης χώρας μέσω εγχώριων διαύλων.
Παραμένει όμως ένα σημαντικό κενό. Από τα στοιχεία που παρουσιάζει το Breitbart δεν προκύπτουν ονόματα δημοσιογράφων, μέσα ενημέρωσης, χρηματικά ποσά ή αποδείξεις ολοκληρωμένων πληρωμών. Το αποχαρακτηρισμένο σημείωμα περιγράφει, με βάση το δημοσίευμα, κινεζική πρόθεση και στρατηγική.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες
Η Κίνα αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επιχείρησε να παρέμβει στις αμερικανικές εκλογές.
Μετά την ομιλία Τραμπ, η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, σύμφωνα με το δημοσίευμα, επανέλαβε τη θέση του Πεκίνου ότι η Κίνα ακολουθεί την αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών και απέρριψε τις αμερικανικές κατηγορίες.
Έτσι, η υπόθεση αποκτά δύο σαφώς διαφορετικές διαστάσεις: από τη μία βρίσκεται η αποχαρακτηρισμένη εκτίμηση της CIA και η πολιτική ερμηνεία που της δίνει η κυβέρνηση Τραμπ και από την άλλη η πλήρης άρνηση του Πεκίνου.
Ένα νέο κεφάλαιο στον πόλεμο πληροφοριών ΗΠΑ–Κίνας
Η δημοσιοποίηση του εγγράφου έρχεται να προστεθεί στη μακρά αντιπαράθεση Ουάσινγκτον και Πεκίνου για κατασκοπεία, κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις επιρροής, οικονομική διείσδυση και προσπάθειες παρέμβασης στο εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον.
Το πιο ευαίσθητο στοιχείο της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι αναμφίβολα η αναφορά στους δημοσιογράφους. Εάν υπάρξουν πρόσθετοι αποχαρακτηρισμοί που κατονομάζουν πρόσωπα, μέσα ή συγκεκριμένες οικονομικές συναλλαγές, η υπόθεση θα μπορούσε να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες πολιτικές και δημοσιογραφικές διαστάσεις.
Με τα μέχρι στιγμής δημοσιοποιημένα στοιχεία, πάντως, αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι η CIA είχε καταγράψει πληροφορία σύμφωνα με την οποία το Πεκίνο επιδίωκε το 2019 να χρησιμοποιήσει αμερικανικούς επιχειρηματικούς και δημοσιογραφικούς διαύλους για να πλήξει πολιτικά τον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των εκλογών του 2020.
Το αν –και σε ποιον βαθμό– αυτός ο σχεδιασμός πέρασε από την πρόθεση στην πράξη παραμένει το κρίσιμο αναπάντητο ερώτημα.