Γράφει ο Ανδρέας Θεοφάνους
Μετά τα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 τα δεδομένα στην Κύπρο διαφοροποιήθηκαν άρδην. Σταδιακά ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος καθώς και του πληθυσμού θεώρησε ότι η αποκατάσταση της ενότητας της χώρας θα ήταν εφικτή μόνο στα πλαίσια μιας ομοσπονδιακής διευθέτησης.
Παρά τις παραχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν κατέστη δυνατή μια τέτοια διευθέτηση. Τυχόν υλοποίηση των τουρκικών απαιτήσεων θα οδηγούσε σε ένα κράτος δεύτερης κατηγορίας με πολλές στρεβλώσεις. Η βιωσιμότητα τέτοιου κράτους θα ήταν αμφίβολη. Πέραν τούτου, στόχος της Τουρκίας ήταν και εξακολουθεί να είναι ο στρατηγικός έλεγχος ολόκληρης της Κύπρου.
Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι εν πολλοίς υπήρξε ανοχή από τη διεθνή κοινότητα έναντι της τουρκικής επιδρομής και της κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου. Και ενώ η κύρια διάσταση του Κυπριακού είναι η διεθνής πτυχή, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ παρέπεμψε σε διακοινοτικές συνομιλίες. Στην πορεία του χρόνου η Τουρκία έχει σχεδόν καταστεί τρίτο μέρος στην όλη διένεξη.
Ιδέες και Σχέδια έχουν κατατεθεί μετά το 1974. Όλα αυτά ανήκουν στην οικογένεια ομοσπονδιακών μοντέλων της συναινετικής δημοκρατίας. Η συναφής βιβλιογραφία αναφέρει ότι η λειτουργικότητα τέτοιων πολιτευμάτων είναι τουλάχιστον προβληματική. Ιδίως όταν τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη είναι δύο τότε τα δεδομένα είναι πολύ πιο δύσκολα. Και ενώ η ομοσπονδία έγινε αποδεκτή δεν υπήρξε επαρκής μελέτη του αντικειμένου σε θεσμικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, δεν αξιολογήθηκαν οι παράγοντες που τείνουν να συμβάλλουν στη βιωσιμότητα τέτοιων πολιτευμάτων καθώς και ποια χαρακτηριστικά τείνουν να είναι αποσταθεροποιητικά. Η Κύπρος επίσης υστέρησε στη δημιουργία και προώθηση ενός επίσημου αφηγήματος.
Υπογραμμίζεται επίσης ότι όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν συζητήσεις για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Ιδίως αμέσως μετά το 1974 εγένετο συχνά λόγος για την επιστροφή των Βαρωσίων. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ.
Η κατάσταση διαφοροποιήθηκε δραστικά μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων από την τουρκική πλευρά και τη μερική άρση των περιορισμών στην ελεύθερη διακίνηση στις 23 Απριλίου 2003. Ακολούθησαν τα γενναιόδωρα μέτρα της κυπριακής κυβέρνησης στις 30 Απριλίου 2003 τα οποία περιελάμβαναν την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, τη δυνατότητα εργασίας στην ελεύθερη Κύπρο και την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες του νόμιμου κράτους (π.χ. νοσοκομεία, κλπ.). Η τουρκοκυπριακή πλευρά θεώρησε όλα αυτά τα μέτρα ως βήμα προς την ορθή κατεύθυνση αλλά ανεπαρκή. Τα αξιολόγησε επίσης ως κεκτημένα δικαιώματα, ενώ δεν έλαβε υπ’ όψιν ότι υπάρχουν και υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα η εκμετάλλευση των ελληνοκυπριακών περιουσιών συνεχίσθηκε.
Σήμερα η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει ως παντιέρα τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία η οποία εάν υλοποιηθεί με βάση το διαπραγματευτικό κεκτημένο τα αποτελέσματα θα είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολα. Επιπρόσθετα, εξακολουθεί να υφίσταται μεγάλη σύγχυση σε διάφορα επίπεδα.
Δεν με εκπλήττει το γεγονός ότι τα πρόσφατα δημοσιεύματα σε σχέση με νέο ενδεχόμενο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού παραπέμπουν σε μια χαλαρή ομοσπονδία ή ακόμα και συνομοσπονδία. Είχα αναφέρει κατ’ επανάληψιν τα τελευταία χρόνια ότι αυτό θα ήταν απότοκο της πολιτικής που ακολουθείται.
Είναι σημαντικό όπως επαναξιολογηθεί η πολιτική μας στο Κυπριακό. Λαμβάνοντας όλα τα δεδομένα υπ΄ όψιν η πλευρά μας θα πρέπει να καταθέσει κατευθυντήριες γραμμές για όλες τις πτυχές του ζητήματος και να υιοθετήσει επίσης μια εξελικτική διαδικασία η οποία να περιέχει ΜΟΕ και δέσμες συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών. Πέρα των δύο κοινοτήτων, είναι απαραίτητη η εμπλοκή των τριών εγγυητριών χωρών, της ΕΕ, των ΗΠΑ καθώς και άλλων δυνάμεων.
Είναι επίσης σημαντικό να ξεκαθαριστεί ότι ενώ προσπαθούμε για τη διευθέτηση της διένεξης (conflict resolution) είναι επίσης σημαντικό να γίνεται σωστή διαχείριση του προβλήματος (conflict management). Ασφαλώς μας ενδιαφέρει μια διευθέτηση η οποία να βελτιώνει το status quo. Στην απουσία αυτής της προοπτικής εκ των πραγμάτων επιβάλλεται η σωστή διαχείριση. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που καθιστά την εξελικτική διαδικασία επιβεβλημένη.
Μια τέτοια προσέγγιση έπρεπε να είχε υιοθετηθεί εδώ και χρόνια. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε. Έστω και τώρα ας προχωρήσουμε με το απαραίτητο αφήγημα, ιστορική αυτογνωσία και αυτοπεποίθηση αναβαθμίζοντας επίσης όλους τους συντελεστές ισχύος.