breaking newsΆποψη

Η Ελλάδα ξανά μπροστά σε ιστορικό λογαριασμό

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

H Ελλάδα κινδυνεύει ξανά να πληρώσει ακριβά όχι μόνο την τουρκική αναθεωρητική πολιτική, αλλά και τη δική της διαχρονική αδυναμία να λειτουργήσει ως κανονικό, αυτεξούσιο κράτος. Και αυτό είναι το νήμα που ενώνει την αποστασία του 1965, το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, την κυπριακή τραγωδία του 1974 και τις σημερινές γεωπολιτικές πιέσεις.

H 21η Απριλίου αποτελεί σύμβολο μιας μόνιμης παθογένειας, της εξάρτησης της χώρας από ξένα κέντρα ισχύος και της εσωτερικής προθυμίας τμημάτων του πολιτικού συστήματος να κινούνται με γνώμονα τις έξωθεν ευλογίες. Εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Η Ελλάδα δεν χάνει μόνο όταν απειλείται στρατιωτικά. Χάνει ήδη από τη στιγμή που σκέφτεται και δρα σαν χώρα περιορισμένης κυριαρχίας.

Δεν απορρίπτουμε τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας. Το αντίθετο. Η Ελλάδα είναι γεωπολιτικά στραμμένη προς τη Δύση, αλλά όχι ως προτεκτοράτο και όχι με όρους υποτέλειας. ‘Αλλο στρατηγικός προσανατολισμός και άλλο προσκόλληση. Η Αθήνα οφείλει να μετέχει στη Δύση ως κράτος με βούληση, συμφέρον και κόκκινες γραμμές, όχι ως χώρα που ακολουθεί απλώς το ρεύμα.

Στο σήμερα έχουμε τρία επίπεδα πίεσης.

Το πρώτο είναι το ελληνοτουρκικό. Εδώ δίνεται έμφαση στη σταθερή προσπάθεια της Άγκυρας να μετατρέπει κάθε διοικητική, περιβαλλοντική ή τεχνική πράξη σε εργαλείο αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η αναφορά γίνεται για την αντίδραση της Τουρκίας στους ελληνικούς χάρτες για αλιεία, θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και θαλάσσια πάρκα ερμηνεύεται ως κομμάτι μιας μακράς στρατηγικής. Η Άγκυρα, με άλλα λόγια, δεν περιμένει μόνο μεγάλες κρίσεις. Χτίζει καθημερινά φάκελο. Πατάει σε “ιστορικά δικαιώματα”, καταγράφει παρουσία, δημιουργεί τετελεσμένα και επιχειρεί να μετατρέψει την ελληνική αδράνεια σε δικό της επιχείρημα.

Όταν η Ελλάδα αφήνει για δεκαετίες ανοιχτά ζητήματα όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων ή η πλήρης άσκηση των δικαιωμάτων της, τότε μοιραία θα βρεθεί να αμύνεται ακόμη και για αυτονόητα πράγματα. Η Τουρκία δεν αμφισβητεί μόνο νομικές γραμμές. Δοκιμάζει αν η άλλη πλευρά έχει βούληση κράτους.

Το δεύτερο επίπεδο είναι ακόμη σοβαρότερο! Πρόκειται για την ανάγνωση των αμερικανικών σχεδιασμών στην περιοχή. Το άρθρο του Μεχμέτ Αλί Γκιουλέρ, το οποίο σας παρουσίασε ο Χρήστος Κωνσταντινίδης σε σχετικό ρεπορτάζ στο Geopolitico.gr, επικεντρώνεται στις δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη Τομ Μπάρακ και τις ερμηνεύει ως έμμεση παραδοχή ενός νέου μοντέλου περιφερειακής τάξης. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν μια μετωπική σύγκρουση Τουρκίας και Ισραήλ. Επιδιώκουν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή μια ελεγχόμενη συνύπαρξη, ακόμη και μια λειτουργική συνδιαχείριση ζωνών επιρροής από την Κασπία μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, ώστε η Ουάσιγκτον να απελευθερώσει πόρους και προσοχή για την Κίνα.

Cumhuriyet: Ο Μεχμέτ Αλί Γκιουλέρ βλέπει αμερικανικό σχέδιο «Οθωμανική Αυτοκρατορία 2.0» με συνεργασία Τουρκίας – Ισραήλ

Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της ανάλυσης. Ότι σε έναν τέτοιο χάρτη δύο “μεγάλων παικτών” –μιας “μεγάλης Τουρκίας” και ενός “μεγάλου Ισραήλ”– η Ελλάδα και η Κύπρος κινδυνεύουν να μην αντιμετωπίζονται ως αυτόνομα στρατηγικά υποκείμενα, αλλά ως γεωγραφικός χώρος ένταξης, πίεσης ή ενσωμάτωσης. Δεν είναι ανάγκη να γίνει αυτό με τυπικούς χάρτες. Αρκεί να γίνει με όρους επιρροής, ενεργειακών διαδρόμων, στρατιωτικών δομών και τετελεσμένων ασφαλείας.

Εκεί ακριβώς μπαίνει και η Κύπρος. Η Μεγαλόνησος παραμένει η ανοιχτή πληγή του Ελληνισμού, αλλά και το πιο ευάλωτο σημείο απέναντι σε κάθε μεγάλο ανασχεδιασμό της περιοχής. Όποιος ελέγχει ή επηρεάζει αποφασιστικά την Κύπρο, ελέγχει κρίσιμη γωνία της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό το ξέρει η Τουρκία. Το ξέρει το Ισραήλ. Το ξέρουν και οι ΗΠΑ. Το ερώτημα είναι αν το έχει συνειδητοποιήσει επαρκώς και η Αθήνα.

Το τρίτο επίπεδο είναι η Ευρώπη. Είδαμε την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να αναφέρει, ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αφεθεί στην επιρροή της Ρωσίας, της Τουρκίας ή της Κίνας. Πρόκειται ξεκάθαρα για καθυστερημένη αφύπνιση των Βρυξελλών. Όταν η πρόεδρος της Κομισιόν βάζει στο ίδιο κάδρο την ανάγκη να θωρακιστεί η Ευρώπη απέναντι σε ρωσική, κινεζική αλλά και τουρκική επιρροή, τότε το μήνυμα είναι σαφές. Η τουρκική δράση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως διμερές πρόβλημα Ελλάδας και Κύπρου. Αρχίζει να αναγνωρίζεται ως ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση, με βάθος στα Βαλκάνια, στη μετανάστευση, στα ισλαμιστικά δίκτυα, στην ασφάλεια και στην πολιτική επιρροή.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η Ευρώπη έγινε ξαφνικά αξιόπιστη στρατηγική δύναμη. Η παρέμβαση της προέδρου της Κομισιόν δεν τρέφει αυταπάτες. Απλώς για πρώτη φορά εμφανίζονται πιο καθαρά σημάδια κατανόησης του τουρκικού παράγοντα ως προβλήματος ισχύος και όχι μόνο ως ενοχλητικού γείτονα.

Στο βάθος όλων αυτών υπάρχει και το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εμφανίζεται να κεφαλαιοποιεί τον ρόλο της, να φιλοξενεί κρίσιμες συνόδους, να διεκδικεί εξοπλιστικά ανταλλάγματα και να πουλά στρατηγική χρησιμότητα σε όλους. Είτε πετύχει τα πάντα είτε όχι, η ουσία είναι ότι διαπραγματεύεται από θέση αυτοπεποίθησης. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά για την εποχή που μπαίνουμε.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο τι σχεδιάζουν η Τουρκία, οι ΗΠΑ ή άλλοι παίκτες. Είναι αν η ίδια η Ελλάδα έχει αποφασίσει τι θέλει να είναι. Αν θέλει να λειτουργήσει ως κράτος με εθνική στρατηγική, θεσμική συνέχεια και γεωπολιτική αυτοσυνείδηση ή αν θα συνεχίσει να πορεύεται αντιδρώντας καθυστερημένα στις κινήσεις των άλλων.

Με απλά λόγια, το μήνυμα είναι, ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να μπει ούτε στη “μεγάλη Τουρκία”, ούτε στο “μεγάλο Ισραήλ”, ούτε σε οποιοδήποτε ξένο σχέδιο που τη βλέπει ως παράρτημα και όχι ως παίκτη. Ο μόνος ασφαλής δρόμος είναι η οικοδόμηση πραγματικής εθνικής στρατηγικής, με καθαρή θέση για το Αιγαίο, την Κύπρο, την Ευρώπη, τη Δύση και τα όρια των συμμαχιών της.

Back to top button