Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Ως «ήπια» τουρκική φωνή επιχείρησε να φανεί στο Φόρουμ των Δελφών ο Αμπντουλάχ Γκιουλ. Στην ουσία ο πρώην πρωθυπουργός και μετέπειτα πρόεδρος της Τουρκίας αναπαρήγαγε την πάγια γραμμή της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κύπρο. Η συμμετοχή του στο 11ο Delphi Economic Forum ήταν προαναγγελμένη, ενώ στο πρόσφατο περιβάλλον των δημόσιων παρεμβάσεών του είχε ήδη δείξει το στίγμα του: Σκληρή καταγγελία κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ για τον πόλεμο στην περιοχή, επίθεση στη δυτική στάση και παράλληλη επιμονή σε τουρκικές θέσεις για Αιγαίο και Κυπριακό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε και η αιχμή του προς την Αθήνα, όταν έθεσε θέμα για τη συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ όσο, όπως είπε, αυτό διαπράττει εγκλήματα πολέμου στη Γάζα. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που εύλογα προκαλεί αντιδράσεις! Όχι μόνο γιατί στρέφεται ευθέως κατά μιας κυρίαρχης επιλογής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και γιατί προέρχεται από μια χώρα που εξακολουθεί να κουβαλά το ιστορικό βάρος των γενοκτονιών κατά των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου, τις οποίες έχουν αναγνωρίσει ευρωπαϊκοί και ελληνικοί θεσμοί, ενώ συνεχίζει να δέχεται διεθνή κριτική για τη μεταχείριση των Κούρδων και για σοβαρά ζητήματα δικαιωμάτων στο εσωτερικό της.
Σε άλλο σημείο, ο Γκιουλ επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους λέγοντας ότι ο τουρκικός λαός δεν έχει εχθρικά αισθήματα απέναντι στην Ελλάδα και ότι υπάρχουν εξτρεμιστές και στις δύο πλευρές. Αυτό, όμως, είναι η μισή αλήθεια. Οι λαοί πράγματι δεν γεννιούνται με εχθρότητα. Η κρατική πολιτική είναι που μετρά. Και εκεί ο Γκιουλ δεν είπε τίποτε καινούργιο ούτε καθησυχαστικό. Στη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» λίγες ημέρες πριν από το φόρουμ, επανέλαβε την τουρκική θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να αποσύρει την προοπτική των 12 ναυτικών μιλίων ώστε να αδειάσει, όπως είπε, το casus belli, ενώ για την Κύπρο υποστήριξε ότι, αφού δεν προχωρούν οι συνομιλίες, θα έπρεπε να εξεταστεί λύση δύο κρατών. Με απλά λόγια, πίσω από το ήπιο ύφος παρέμεινε ακέραιη η αναθεωρητική ουσία.
Γι’ αυτό και η τουρκική ενόχληση για τις σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ δεν πέφτει από τον ουρανό. Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία είναι σήμερα δηλωμένη και συγκεκριμένη: τον Ιανουάριο η Αθήνα και το Τελ Αβίβ συμφώνησαν εμβάθυνση συνεργασίας σε αντι-drone συστήματα και κυβερνοασφάλεια, ενώ η τριμερής Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ επανεπιβεβαίωσε στα τέλη του 2025 την ενίσχυση της συνεργασίας σε ασφάλεια, άμυνα και στρατιωτικά ζητήματα. Αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί την Άγκυρα.
Η ενόχληση αυτή δεν μπορεί να αποκοπεί από το ευρύτερο τουρκικό στρατηγικό πλαίσιο. Η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει περιγραφεί από αναλυτές ως ακρογωνιαίος λίθος του τουρκικού αναθεωρητισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ συνδέεται εννοιολογικά ακόμη και με μια νέα εκδοχή του Misak-ı Milli, του εθνικού όρκου της τουρκικής πολιτικής παράδοσης. Το ότι η Τουρκία πραγματοποίησε και φέτος, τον Απρίλιο, την άσκηση «Mavı Vatan 2026» σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Μαύρη Θάλασσα δείχνει ότι αυτή η λογική όχι μόνο δεν εγκαταλείπεται, αλλά συντηρείται και προβάλλεται ενεργά.
Πίσω από τη γλώσσα της μετριοπάθειας, η Τουρκία εξακολουθεί να ζητά από την Ελλάδα να περιορίσει τις στρατηγικές της επιλογές, να απολογείται για τις συμμαχίες της και να συζητά το Αιγαίο και την Κύπρο πάνω σε τουρκικούς όρους. Αυτό δεν είναι μήνυμα συνεννόησης. Είναι μήνυμα πίεσης με πιο κομψό περιτύλιγμα. Και ακριβώς γι’ αυτό στην Αθήνα δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντιμετωπιστεί ως αθώα ή ισορροπημένη παρέμβαση.
Αλήθεια, είναι απορίας άξιον, γιατί προσκαλούνται τέτοιες φωνές στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Είδατε εσείς κάποιον Έλληνα πρώην πρωθυπουργό να ενημερώνει τους Τούρκους για τις ελληνικές θέσεις στο πρόσφατο φόρουμ της Αττάλειας, στο οποίο υπενθυμίζεται εκτοξεύτηκαν ασύστολα ψεύδη δια στόματος του Τούρκου ΥΠΕΞ, Χακάν Φιντάν, ότι η συμμαχία της χώρα μας με το Ισραήλ στρέφεται εναντίον μουσουλμανικών χωρών; Νομίζω, ότι σε αυτό το ερώτημα, η απάντηση είναι εύλογη…