breaking newsΔιεθνή

Πολιτική κρίση στο Περού για τη συμφωνία των F-16 – Παραιτήθηκαν οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών

Νέα πολιτική αναταραχή ξέσπασε στο Περού γύρω από την υπόθεση της αγοράς μαχητικών αεροσκαφών F-16 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τους υπουργούς Άμυνας και Εξωτερικών να υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους έπειτα από σύγκρουση με τον υπηρεσιακό πρόεδρο Χοσέ Μπαλκάσαρ για τον χειρισμό της συμφωνίας.

Σύμφωνα με το Reuters, ο υπουργός Άμυνας Κάρλος Ντίαζ και ο υπουργός Εξωτερικών Ούγκο δε Ζέλα αποχώρησαν την Τετάρτη από τις θέσεις τους, εκφράζοντας τη διαφωνία τους με τον τρόπο που ο Μπαλκάσαρ διαχειρίστηκε τις διαπραγματεύσεις για την προμήθεια πολλών δισεκατομμυρίων των αμερικανικών μαχητικών. Ο Ντίαζ, στην επιστολή παραίτησής του, έκανε λόγο για στρατηγική απόφαση στον τομέα της εθνικής ασφάλειας με την οποία, όπως ανέφερε, διαφωνεί θεμελιωδώς.

Η ένταση κορυφώθηκε μετά την απόφαση του υπηρεσιακού προέδρου να ακυρώσει την περασμένη Παρασκευή τελετή υπογραφής για την απόκτηση των F-16 της Lockheed Martin, μόλις λίγες ώρες πριν από την πραγματοποίησή της. Σύμφωνα με κυβερνητική πηγή που επικαλείται το Reuters, ο Μπαλκάσαρ έκρινε ότι δεν πρέπει η απερχόμενη κυβέρνηση να δεσμεύσει την επόμενη με μια τόσο μεγάλη αμυντική δαπάνη, καθώς ο ίδιος αποχωρεί από την εξουσία τον Ιούλιο, μετά τις προεδρικές εκλογές.

Ο πρόεδρος επιχείρησε αργότερα να χαμηλώσει τους τόνους, υποστηρίζοντας σε τηλεοπτικό του διάγγελμα ότι δεν αντιτάχθηκε στη συμφωνία αυτή καθαυτή, αλλά απλώς αποφάσισε να μεταθέσει την οικονομική δέσμευση για την επόμενη κυβέρνηση. Όπως είπε, οι συνομιλίες και η πρόοδος της συμφωνίας δεν ακυρώνονται, αλλά οι πληρωμές θα αποτελέσουν ευθύνη της νέας πολιτικής ηγεσίας.

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο βάρος για το Περού, το οποίο εδώ και χρόνια αναζητεί λύση για τον εκσυγχρονισμό του γερασμένου στόλου μαχητικών Mirage 2000 και MiG-29 που απέκτησε τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Ο σχεδιασμός προβλέπει συνολικά την προμήθεια 24 αεροσκαφών, με το πρώτο πακέτο να αφορά 12 μαχητικά.

Κεντρικός διεκδικητής της σύμβασης είναι η αμερικανική Lockheed Martin. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε ήδη εγκρίνει από τον Σεπτέμβριο την πιθανή πώληση F-16 και σχετικής υποστήριξης στο Περού, με βασικό ανάδοχο τη Lockheed Martin και τη συμμετοχή των General Electric Aerospace και RTX Corp. Το συνολικό εκτιμώμενο κόστος της συμφωνίας είχε προσδιοριστεί τότε από το Πεντάγωνο στα 3,42 δισ. δολάρια. Στον διαγωνισμό συμμετέχουν επίσης εταιρείες από τη Σουηδία και τη Γαλλία, γεγονός που δείχνει ότι η Λίμα εξετάζει εναλλακτικές επιλογές πριν κλειδώσει την τελική απόφαση.

Η αμερικανική ενόχληση για το πάγωμα της διαδικασίας φάνηκε σχεδόν αμέσως. Ο πρέσβης των ΗΠΑ στο Περού, Μπέρνι Ναβάρο, σε ανάρτησή του στο X, προειδοποίησε ότι η Ουάσιγκτον θα χρησιμοποιήσει «όλα τα διαθέσιμα εργαλεία» απέναντι σε όσους διαπραγματεύονται «κακή τη πίστει» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε ως σαφές μήνυμα προς τη Λίμα, σε μια περίοδο που η αμερικανική διπλωματία επιχειρεί να ενισχύσει αποφασιστικά την επιρροή της στο Περού.

Το παρασκήνιο είναι ακόμη ευρύτερο. Οι συνομιλίες για τα F-16 εξελίσσονται την ώρα που οι ΗΠΑ επιχειρούν να εδραιώσουν τη θέση τους στο Περού, μια χώρα με τεράστια σημασία λόγω της παραγωγής χαλκού και των κρίσιμων ορυκτών της, αλλά και λόγω της αυξανόμενης κινεζικής επιρροής. Τον Ιανουάριο, ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε το Περού σημαντικό σύμμαχο εκτός ΝΑΤΟ, κίνηση που ανοίγει τον δρόμο για βαθύτερη αμυντική συνεργασία και πρόσβαση σε εμπορικά και στρατιωτικά προγράμματα των ΗΠΑ. Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει εγκρίνει και πακέτο εξοπλισμού για τον εκσυγχρονισμό ναυτικής βάσης κοντά στο λιμάνι του Καγιάο.

Με αυτά τα δεδομένα, η κρίση γύρω από τα F-16 δεν αφορά μόνο μια αμυντική προμήθεια. Αγγίζει ταυτόχρονα τη σταθερότητα της μεταβατικής κυβέρνησης στο Περού, τη μάχη επιρροής ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και άλλους διεθνείς παίκτες, αλλά και τη συνολική κατεύθυνση της χώρας σε μια περίοδο πολιτικής μετάβασης. Το αν η επόμενη κυβέρνηση θα προχωρήσει τελικά στην αμερικανική επιλογή ή θα ξανανοίξει το παιχνίδι προς άλλες κατευθύνσεις, θα αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία τόσο για τη Λίμα όσο και για την αμερικανική στρατηγική στη Λατινική Αμερική.

Back to top button