Δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον, ένα ζήτημα που δεν βρίσκεται συνήθως στην κορυφή της αμερικανοκινεζικής ατζέντας έρχεται στο προσκήνιο: ο νέος κινεζικός νόμος για την «Προώθηση της Εθνοτικής Ενότητας και Προόδου».
Σε άρθρο του στο The Diplomat, ο Ομέρ Κανάτ, εκτελεστικός διευθυντής του Uyghur Human Rights Project, καλεί τον Αμερικανό πρόεδρο να θέσει το θέμα ευθέως στον Κινέζο ομόλογό του. Το ερώτημα που διατυπώνει είναι συγκεκριμένο: γιατί Ουιγούροι που ζουν στις ΗΠΑ πρέπει να φοβούνται ότι η άσκηση των ελευθεριών τους εκεί μπορεί να προκαλέσει αντίποινα εις βάρος συγγενών τους στην Κίνα;
Το άρθρο που προκαλεί ανησυχία πέρα από την Κίνα
Ο νόμος εγκρίθηκε από το κινεζικό κοινοβούλιο τον Μάρτιο και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου. Το πλέον επίμαχο σημείο του είναι το άρθρο 63, το οποίο προβλέπει ότι οργανώσεις και πρόσωπα στο εξωτερικό μπορούν να αντιμετωπίσουν νομικές συνέπειες για ενέργειες που, κατά την κινεζική νομοθεσία, υπονομεύουν την εθνοτική ενότητα ή προωθούν τον διαχωρισμό.
Ο Κανάτ υποστηρίζει ότι η διάταξη στέλνει μήνυμα στους Ουιγούρους, στους Θιβετιανούς και σε άλλες κοινότητες πως το Πεκίνο διεκδικεί λόγο για όσα λένε και πράττουν ακόμη κι όταν ζουν εκτός κινεζικής επικράτειας. Ο κίνδυνος που περιγράφει δεν περιορίζεται σε μια ενδεχόμενη δίωξη. Είναι και ο φόβος ότι μια δημόσια τοποθέτηση, μια ανάρτηση ή η συμμετοχή σε μια πολιτιστική εκδήλωση μπορεί να έχει συνέπειες για συγγενείς που παραμένουν στην Κίνα.
Η κινεζική κυβέρνηση απορρίπτει τις αιτιάσεις περί υπερεθνικής καταστολής. Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Χου Γουεϊλιέ χαρακτήρισε τη διάταξη δικαιολογημένη και νόμιμη, υποστηρίζοντας ότι στρέφεται κατά ενεργειών που το Πεκίνο θεωρεί αυτονομιστικές. Δήλωσε ακόμη ότι η εφαρμογή της δεν θα επηρεάσει τις συνήθεις διασυνοριακές επαφές. Αυτή είναι η επίσημη κινεζική θέση· οι επικριτές του νόμου αμφισβητούν ότι παρέχει επαρκή προστασία στην ελεύθερη έκφραση.
Αντιδράσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει την κατάργηση του νόμου, εκτιμώντας ότι ενθαρρύνει πολιτικές αφομοίωσης και περιορίζει πολιτιστικές, γλωσσικές και θρησκευτικές ελευθερίες. Έχει επίσης εκφράσει ανησυχία για την καταστολή προσώπων που διαμένουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στις ΗΠΑ, η ανεξάρτητη ομοσπονδιακή Επιτροπή για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία κάλεσε επίσης τον Τραμπ να θέσει στον Σι τις παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας κατά τη συνάντησή τους στις 24 Σεπτεμβρίου. Η επιτροπή αναφέρεται ρητά στον νέο νόμο και στην πρόβλεψή του για πρόσωπα εκτός Κίνας.
Για τον Κανάτ, η υπόθεση αφορά και την αμερικανική κυριαρχία: ποιος ορίζει τα όρια του δημόσιου λόγου ανθρώπων που βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες; Ζητά από την Ουάσιγκτον να καταστήσει σαφές ότι η κινεζική νομοθεσία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον εκφοβισμό τους σε αμερικανικό έδαφος.
Η συνάντηση Τραμπ–Σι αναμένεται να επικεντρωθεί στο εμπόριο, στην τεχνολογία, στην Ταϊβάν και σε ζητήματα ασφάλειας. Το αίτημα που καταγράφει το The Diplomat είναι να μη χαθεί ανάμεσα σε αυτά η τύχη των ανθρώπων που ζουν μακριά από την Κίνα, αλλά εξακολουθούν να φοβούνται για τις οικογένειές τους εκεί.
Πως η Τουρκία “πούλησε” τους Ουιγούρους για να πάρει πυραύλους από την Κίνα
Η τουρκική συναλλαγή με το Πεκίνο
Η υπόθεση των Ουιγούρων φωτίζει και την αντιφατική στάση της Τουρκίας. Η Άγκυρα προέβαλε κατά καιρούς τους Ουιγούρους ως κομμάτι του ευρύτερου τουρκικού κόσμου. Όταν όμως οι σχέσεις με το Πεκίνο απέκτησαν στρατηγική αξία, η δημόσια υπεράσπισή τους υποχώρησε.
Όπως έχει αναδείξει το Geopolitico, σε ανάλυση του Σάι Γκαλ που δημοσίευσε, η στροφή αυτή συνέπεσε με την κινεζική μεταφορά τεχνογνωσίας στην τουρκική πυραυλική βιομηχανία και με τον περιορισμό της πολιτικής δράσης των Ουιγούρων στην Τουρκία. Ο αναλυτής περιγράφει αυτή την πορεία με την αιχμηρή διατύπωση ότι η Άγκυρα «πούλησε» τους Ουιγούρους για πυραυλική τεχνολογία. Πρόκειται για γεωπολιτική ερμηνεία της αλληλουχίας των γεγονότων, όχι για τεκμηριωμένη συμφωνία που όριζε τους Ουιγούρους ως αντάλλαγμα. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εξετάζει η ίδια ανάλυση συνδέονται με τη μεταγενέστερη αμυντική συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν.
Αυτή είναι η πικρή διάσταση του ζητήματος: ένας πληθυσμός τον οποίο η Τουρκία επικαλούνταν ως συγγενικό βρέθηκε να μετρά όλο και λιγότερο στις επιλογές της, καθώς αυξανόταν η αξία των σχέσεών της με την Κίνα.