Σε μια συζήτηση με πολλαπλά μηνύματα και όχι λίγες αμηχανίες, ο Αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα επιχείρησε από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών να εμφανίσει ένα πιο ήπιο πρόσωπο απέναντι στην Ελλάδα, ζητώντας συγγνώμη για την επίμαχη αναφορά του στον Πλάτωνα, αλλά την ίδια ώρα δίνοντας δύσκολες και αντιφατικές απαντήσεις τόσο για την υπόθεση του Φρέντη Μπελέρη όσο και για το ζήτημα της οριοθέτησης των ΑΟΖ.
Στη συζήτησή του με τον διευθυντή της «Καθημερινής», Αλέξη Παπαχελά, ο Έντι Ράμα αναφέρθηκε στην πολύκροτη υπόθεση Μπελέρη, υποστηρίζοντας ότι για τον ευρωβουλευτή το θέμα «έληξε εξαιρετικά». Η διατύπωση αυτή προκάλεσε άμεση αντίδραση, με τον Αλέξη Παπαχελά να του απαντά πως δεν θεωρεί καθόλου αστεία την υπόθεση. Ο Αλβανός πρωθυπουργός επιχείρησε να δικαιολογήσει τη θέση του λέγοντας ότι στην Αλβανία ένα πολύ μεγάλο ποσοστό κρατουμένων παραμένει προφυλακισμένο χωρίς να έχει ακόμη δικαστεί, χαρακτηρίζοντας «ατυχές» το γεγονός ότι ο Φρέντης Μπελέρης έπρεπε να παραμείνει στη φυλακή. Ωστόσο, ήταν εμφανές ότι το συγκεκριμένο θέμα εξακολουθεί να τον ενοχλεί και να τον εκνευρίζει.
Από τη συζήτηση δεν θα μπορούσε να λείψει και η επίμαχη δήλωσή του για τον Πλάτωνα, η οποία είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα. Ο Ράμα παραδέχθηκε ότι κακώς αστειεύτηκε τότε, απευθυνόμενος σε Ελληνοαμερικανό δημοσιογράφο, και ζήτησε συγγνώμη. Προσπάθησε μάλιστα να αμβλύνει τις εντυπώσεις, δηλώνοντας πως έχει μεγάλο θαυμασμό για την Ελλάδα και ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε πρόθεση να μειώσει την αξία του ελληνικού πολιτισμού. Όπως είπε χαρακτηριστικά, το πρόβλημα τόσο με τους Έλληνες όσο και με τους Αλβανούς είναι πως «παίρνουμε τους εαυτούς μας πολύ σοβαρά», ενώ έφτασε στο σημείο να δηλώσει «ερωτευμένος με την Ελλάδα».
Στο ίδιο πνεύμα επιχείρησε να τοποθετηθεί και για την ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία, την οποία χαρακτήρισε σημαντικό πλεονέκτημα για τη χώρα του, όπως και την αλβανική κοινότητα στην Ελλάδα. Τόνισε μάλιστα ότι οι δύο χώρες οφείλουν και στις δύο αυτές κοινότητες να έχουν μια πολύ φιλική σχέση.
Το πιο πολιτικά βαρύ σημείο της τοποθέτησής του αφορούσε, ωστόσο, τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες. Ο Ράμα υποστήριξε ότι υπάρχει πλέον συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση για την οριοθέτηση των ΑΟΖ, η οποία θα κριθεί από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Παραδέχθηκε ότι η υπόθεση Μπελέρη δημιούργησε δυσκολίες και κόστισε χρόνο, όμως υποστήριξε πως η σχέση του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη χαρακτηρίζεται από σεβασμό. Μάλιστα, προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας ότι η φιλοδοξία είναι να κλείσει το θέμα των ΑΟΖ μέσα στο 2026, πριν από το τέλος του έτους.
Αντίδραση από Αθήνα
Η τοποθέτηση αυτή, πάντως, προκάλεσε άμεση αντίδραση από την Αθήνα. Ανώτερη διπλωματική πηγή διέψευσε ευθέως τα λεγόμενα του Αλβανού πρωθυπουργού, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν υπάρχει τέτοια συζήτηση και πολύ περισσότερο καμία συμφωνία σε εξέλιξη για το ζήτημα της ΑΟΖ. Η ίδια πηγή υπενθύμισε ότι για να υπάρξει ουσιαστική εξέλιξη, θα έπρεπε πρώτα να έχει συνταχθεί και υπογραφεί συνυποσχετικό για την παραπομπή της υπόθεσης στη Χάγη, κάτι που δεν έχει συμβεί.
Η αντίδραση της Αθήνας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς ο Έντι Ράμα εμφανίστηκε μέσα στην ίδια ημέρα να διατυπώνει αντικρουόμενες θέσεις. Το πρωί, στη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έκανε λόγο για απουσία «εκκρεμών ζητημάτων», ενώ το βράδυ στους Δελφούς μίλησε ανοιχτά για σειρά διμερών θεμάτων που χρειάζονται επίλυση, βάζοντας στο τραπέζι και την ΑΟΖ.
Το ιστορικό του ζητήματος είναι άλλωστε βαρύ. Ελλάδα και Αλβανία είχαν φτάσει το 2009 σε συμφωνία για την οριοθέτηση, η οποία όμως ακυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας έπειτα από προσφυγή της τότε αντιπολίτευσης, με επικεφαλής τον ίδιο τον Έντι Ράμα. Νέα προσπάθεια είχε γίνει το 2020 με στόχο τη σύνταξη συνυποσχετικού για προσφυγή στη Χάγη, χωρίς όμως να υπάρξει συνέχεια.
Το συνολικό αποτύπωμα της παρουσίας Ράμα στους Δελφούς ήταν, τελικά, αντιφατικό. Από τη μία, επιχείρησε να ρίξει τους τόνους απέναντι στην Ελλάδα, ζητώντας συγγνώμη για την υπόθεση Πλάτωνα και μιλώντας για φιλία και αμοιβαίο σεβασμό. Από την άλλη, στο κρίσιμο πεδίο του Μπελέρη και της ΑΟΖ, οι απαντήσεις του ήταν είτε αμήχανες είτε ανοιχτά αμφισβητήσιμες, με αποτέλεσμα η Αθήνα να παρέμβει για να διαψεύσει επίσημα την εικόνα προόδου που επιχείρησε να παρουσιάσει.