Νέα σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο, την πολιτική ατζέντα και τα όρια της εξουσιοδότησής του προκαλούν οι δηλώσεις του Αμερικανού πρεσβευτή στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ.
Σε συνέντευξή του στον Mario Nawfal, ο Μπάρακ χαρακτήρισε τα Υψίπεδα του Γκολάν συριακό έδαφος υπό ισραηλινή «κατοχή», υποστήριξε ότι το Ιράν και η Χεζμπολάχ πρέπει να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε σοβαρή διευθέτηση για τον Λίβανο και διατύπωσε τη θεωρία ότι το Ισραήλ ενδεχομένως βομβάρδισε τη συριακή αεροπορική βάση Abu al-Duhur για να προκαλέσει στρατιωτική αντίδραση της Τουρκίας.
Οι τοποθετήσεις, τις οποίες παρουσιάζει το i24NEWS, δεν αποτελούν απλώς ακόμη μία σειρά αμφιλεγόμενων σχολίων. Συνθέτουν μια πολιτική γραμμή η οποία αποκλίνει ευθέως από αποφάσεις της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης και ταυτόχρονα συμπίπτει σε εντυπωσιακό βαθμό με τις θέσεις της Άγκυρας.
«Το Γκολάν ανήκει στη Συρία»
Η σοβαρότερη δήλωση του Μπάρακ αφορά τα Υψίπεδα του Γκολάν.
«Εξακολουθούν να κατέχουν το Γκολάν», υποστήριξε, επικαλούμενος τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και τη θέση της διεθνούς κοινότητας ότι η περιοχή ανήκει στη Συρία.
Η τοποθέτηση αντανακλά πράγματι τη θέση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το Ψήφισμα 497 του 1981, χαρακτήρισε άκυρη και χωρίς διεθνή νομική ισχύ την απόφαση του Ισραήλ να εφαρμόσει τη νομοθεσία, τη δικαιοδοσία και τη διοίκησή του στα Υψίπεδα του Γκολάν.
Ο Μπάρακ, όμως, δεν είναι αξιωματούχος του ΟΗΕ. Είναι πρεσβευτής και ειδικός απεσταλμένος του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στις 25 Μαρτίου 2019, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε επίσημη προεδρική διακήρυξη, με την οποία οι ΗΠΑ αναγνώρισαν ότι τα Υψίπεδα του Γκολάν αποτελούν μέρος του κράτους του Ισραήλ.
Η απόφαση δεν ήταν μια αποσπασματική δήλωση του Τραμπ ούτε ένα προεκλογικό σχόλιο. Αποτυπώθηκε σε επίσημο προεδρικό κείμενο και αποτέλεσε αμερικανική κρατική πολιτική.
Συνεπώς, όταν ο προσωπικός απεσταλμένος του Τραμπ δηλώνει ότι το Ισραήλ «κατέχει» το Γκολάν και ότι η περιοχή ανήκει στη Συρία, δεν διαφοροποιείται απλώς από το Ισραήλ. Αντιφάσκει ευθέως με τον ίδιο τον Πρόεδρο που τον διόρισε.
Ο Μπάρακ δεν έχει την αρμοδιότητα να καταργεί προεδρικές διακηρύξεις μέσω συνεντεύξεων σε διαδικτυακές εκπομπές. Εάν δεν έχει υπάρξει επίσημη αλλαγή πολιτικής από τον Λευκό Οίκο, τότε εκφράζει προσωπική θέση αντίθετη με εκείνη της κυβέρνησης την οποία εκπροσωπεί.
Στο τραπέζι Ιράν και Χεζμπολάχ
Ανάλογα προβληματική ήταν η τοποθέτηση του Μπάρακ για τον Λίβανο.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι καμία σοβαρή διευθέτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την εμπλοκή του Ιράν και της Χεζμπολάχ. Διερωτήθηκε, μάλιστα, πώς είναι δυνατόν να εξαφανιστεί το πρόβλημα εάν δεν συμμετέχουν στις σχετικές διαδικασίες η Τεχεράνη και η φιλοϊρανική οργάνωση.
Σε επίπεδο πραγματιστικής διαπραγμάτευσης, είναι προφανές ότι μια ένοπλη οργάνωση που διαθέτει στρατιωτική ισχύ και επηρεάζει το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου δεν μπορεί να αγνοηθεί πλήρως.
Άλλο, όμως, η αναγνώριση ενός υφιστάμενου προβλήματος και άλλο η αναβάθμιση της Χεζμπολάχ και του Ιράν σε αναγκαίους συνδιαμορφωτές της πολιτικής τάξης του Λιβάνου.
Η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει τη Χεζμπολάχ ξένη τρομοκρατική οργάνωση από το 1997, όπως καταγράφει το ίδιο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Σύμφωνα με το i24NEWS, μία ημέρα πριν από τις δηλώσεις Μπάρακ, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε επαναπροσδιορίσει τη Χεζμπολάχ ως οργάνωση που δρα υπό τον έλεγχο ή την καθοδήγηση της Δύναμης Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Εάν η Χεζμπολάχ δρα υπό την καθοδήγηση της Τεχεράνης, τότε η συμμετοχή της σε μια πολιτική διευθέτηση δεν ενισχύει την κυριαρχία του Λιβάνου. Αντιθέτως, κινδυνεύει να κατοχυρώσει θεσμικά την ιρανική επιρροή και την ύπαρξη ενός παράλληλου στρατού, ισχυρότερου σε πολλές περιπτώσεις από τις νόμιμες κρατικές δομές.
Ο Μπάρακ εμφανίζεται έτσι να ζητεί από τη μία πλευρά την ενίσχυση του λιβανικού κράτους και από την άλλη να αναγνωρίζει δικαίωμα βέτο στις δυνάμεις που υπονομεύουν την κυριαρχία του.
Η αστήρικτη θεωρία περί «πρόκλησης των Τούρκων»
Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλούν οι αναφορές του στο ισραηλινό πλήγμα κατά της αεροπορικής βάσης Abu al-Duhur στη Συρία.
Ο Μπάρακ διατύπωσε τη θεωρία ότι το Ισραήλ ενδεχομένως επιχείρησε «να προκαλέσει τους Τούρκους», ώστε μια στρατιωτική ένταση να ωφελήσει πολιτικά τον πρωθυπουργό Βενιαμίν Νετανιάχου ενόψει των ισραηλινών εκλογών του Οκτωβρίου.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος δεν παρουσίασε δημόσια κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει έναν τόσο βαρύ ισχυρισμό.
Η κατηγορία ότι μια κυβέρνηση επιχείρησε να προκαλέσει ένοπλη αντιπαράθεση με κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ για εσωτερικό εκλογικό όφελος δεν μπορεί να διατυπώνεται ως μια απλή θεωρία μεταξύ άλλων. Εάν ο Μπάρακ διαθέτει πληροφορίες που αποδεικνύουν ένα τέτοιο σχέδιο, οφείλει να τις παρουσιάσει μέσω των αρμόδιων θεσμικών διαύλων.
Εάν δεν διαθέτει, τότε ο προσωπικός απεσταλμένος του Αμερικανού Προέδρου αναπαράγει μια σοβαρότατη κατηγορία εις βάρος βασικού συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών, στηριζόμενος σε εικασίες.
Ως εναλλακτική εξήγηση, ο Μπάρακ ανέφερε ότι ενδεχομένως υπήρξε κατάρρευση της επικοινωνίας μεταξύ της ισραηλινής πολιτικής ηγεσίας, της Μοσάντ και των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων.
Και στις δύο εκδοχές που παρουσίασε, το Ισραήλ εμφανίζεται είτε ως επικίνδυνα ανεύθυνο είτε ως κράτος που επιδίωξε εσκεμμένα μια πολεμική κρίση.
Δεν παρουσίασε, αντιθέτως, ως σοβαρό ενδεχόμενο την ισραηλινή εκδοχή: ότι υπήρχαν σαφείς πληροφορίες για σχεδιαζόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία στη βάση, η οποία θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία δράσης και να απειλήσει την ασφάλεια του Ισραήλ.
«Μη αρπακτική» η Τουρκία
Η επιλεκτική αντιμετώπιση των εμπλεκομένων γίνεται ακόμη εμφανέστερη από τον τρόπο με τον οποίο ο Μπάρακ περιέγραψε την Άγκυρα.
Παρουσίασε την τουρκική ηγεσία ως συγκρατημένη, χωρίς πρόθεση να συγκρουστεί με το Ισραήλ, και τη χαρακτήρισε «μη αρπακτική». Χαιρέτισε, επίσης, την ανάδειξη της Τουρκίας σε ισχυρότερο περιφερειακό κόμβο ως «σπουδαίο γεγονός».
Η περιγραφή αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με τις πραγματικές κινήσεις της Άγκυρας.
Η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει στρατιωτικό αποτύπωμα στη Συρία, διατηρεί δυνάμεις σε συριακά εδάφη, έχει ενισχύσει την παρουσία της στη Λιβύη, κατέχει το βόρειο τμήμα της Κύπρου, φιλοξενεί στελέχη της Χαμάς και χρησιμοποιεί καθημερινά ακραία ρητορική εναντίον του Ισραήλ.
Το εάν η Άγκυρα επιθυμεί αυτή τη στιγμή άμεση στρατιωτική σύγκρουση είναι διαφορετικό ζήτημα. Η απουσία πρόθεσης για άμεσο πόλεμο δεν καθιστά αυτομάτως μη αναθεωρητική ή «μη αρπακτική» την τουρκική περιφερειακή στρατηγική.
Αντιθέτως, η Τουρκία επιδιώκει σταδιακή επέκταση της επιρροής της μέσω στρατιωτικών βάσεων, εξαρτημένων κυβερνήσεων, οικονομικών συμφωνιών και ενόπλων πληρεξουσίων. Πρόκειται ακριβώς για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική που ο Μπάρακ φαίνεται να υποβαθμίζει ή να εξωραΐζει.
Αμερικανός απεσταλμένος ή συνήγορος της Άγκυρας;
Οι νέες δηλώσεις ενισχύουν τις αμφιβολίες για το κατά πόσο ο Τομ Μπάρακ μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος διαμεσολαβητής μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας.
Ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Άγκυρα εμφανίζεται συστηματικά να υιοθετεί τις ευνοϊκότερες δυνατές ερμηνείες για την τουρκική πολιτική. Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει με καχυποψία τα ισραηλινά στοιχεία, αποδίδει επιθετικά ή εκλογικά κίνητρα στην Ιερουσαλήμ και φθάνει στο σημείο να αμφισβητεί επίσημη απόφαση του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ.
Δεν πρόκειται πλέον για μια ατυχή διατύπωση. Πρόκειται για ένα συνεκτικό μοτίβο:
Το Ισραήλ παρουσιάζεται ως κατοχική και απρόβλεπτη δύναμη.
Η Τουρκία εμφανίζεται ως συγκρατημένος και επιθυμητός περιφερειακός ηγέτης.
Το Ιράν και η Χεζμπολάχ αναβαθμίζονται σε αναγκαίους συνομιλητές.
Η Ουάσιγκτον οφείλει πλέον να διευκρινίσει εάν οι θέσεις αυτές αποτελούν προσωπικές απόψεις του Μπάρακ ή νέα αμερικανική πολιτική.
Ισχύει ακόμη η προεδρική διακήρυξη του 2019 για το Γκολάν;
Έχει εξουσιοδοτηθεί ο Μπάρακ να προτείνει θεσμικό ρόλο για τη Χεζμπολάχ και το Ιράν στον Λίβανο;
Αποτελεί επίσημη αμερικανική εκτίμηση ότι το Ισραήλ επιχείρησε να προκαλέσει την Τουρκία για εκλογικούς λόγους;
Και, κυρίως, συμμερίζεται ο Πρόεδρος Τραμπ την εξαιρετικά θετική αποτίμηση του απεσταλμένου του για την περιφερειακή άνοδο της Τουρκίας;
Μέχρι να δοθούν απαντήσεις, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός Αμερικανού αξιωματούχου ο οποίος λειτουργεί λιγότερο ως ουδέτερος διαμεσολαβητής και περισσότερο ως πολιτικός συνήγορος της Άγκυρας μέσα στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.