breaking newsΔιεθνή

Forreign Policy: Το διπλωματικό στοίχημα του Πακιστάν

Το Foreign Policy, σε ανάλυση του Michael Kugelman, βάζει το Πακιστάν στο κέντρο μιας εξαιρετικά δύσκολης διπλωματικής εξίσωσης: το Ισλαμαμπάντ επιχείρησε να εμφανιστεί ως βασικός μεσολαβητής ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, όμως όσο οι συνομιλίες δεν αποδίδουν, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να μετατραπεί η διπλωματική του αναβάθμιση σε παγίδα. Το ερώτημα που θέτει ουσιαστικά το αμερικανικό περιοδικό είναι απλό και σκληρό: μήπως το Πακιστάν πόνταρε πολύ ψηλά σε μια ειρήνη που δεν μπορεί να εγγυηθεί;

Η πρώτη φάση των συνομιλιών στην Ισλαμαμπάντ, στις 11 και 12 Απριλίου, δεν οδήγησε σε συμφωνία. Το Πακιστάν προετοιμαζόταν να φιλοξενήσει δεύτερο γύρο επαφών, όμως η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ιράν κράτησε τις δύο πλευρές μακριά από την πακιστανική πρωτεύουσα. Έτσι, η ειρηνευτική διαδικασία μπήκε σε αμφιβολία, την ώρα που το Ισλαμαμπάντ έχει ήδη εκτεθεί διεθνώς ως χώρα-κλειδί στη διαμεσολάβηση.

Το Πακιστάν γνώριζε από την αρχή ότι δεν αναλάμβανε εύκολη αποστολή. Η αντιπαλότητα Ουάσιγκτον-Τεχεράνης δεν είναι ένα απλό διμερές επεισόδιο. Έχει πυρηνική διάσταση, περιφερειακές συμμαχίες, ενεργειακά περάσματα, ισραηλινό παράγοντα, σαουδαραβική σκιά και το τεράστιο βάρος των Στενών του Ορμούζ. Παρ’ όλα αυτά, το Ισλαμαμπάντ μπήκε μπροστά, βλέποντας στην κρίση μια ευκαιρία να ενισχύσει τον διεθνή του ρόλο.

Η βάση αυτής της πρωτοβουλίας ήταν η κοινή κινεζοπακιστανική γραμμή. Στις 31 Μαρτίου, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι και ο Πακιστανός αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Ισάκ Νταρ ανακοίνωσαν στο Πεκίνο πενταμερές σχέδιο για τη Μέση Ανατολή. Το σχέδιο ζητούσε άμεση παύση των εχθροπραξιών, έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών, προστασία αμάχων και μη στρατιωτικών στόχων, ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και επαναφορά της κανονικής διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ.

Αυτό το κινεζικό «βάρος» ήταν κρίσιμο. Η Κίνα έχει πολύ μεγαλύτερη επιρροή στην Τεχεράνη από το Πακιστάν. Για το Ιράν, η αποδοχή του Πακιστάν ως διαύλου επικοινωνίας έγινε ευκολότερη επειδή πίσω από την κίνηση φαινόταν και το Πεκίνο. Χωρίς την κινεζική κάλυψη, το Ισλαμαμπάντ δύσκολα θα μπορούσε να πείσει την Τεχεράνη ότι μπορεί να παίξει ρόλο ουδέτερου και αξιόπιστου διαμεσολαβητή.

Εδώ όμως αρχίζει το πρόβλημα. Όσο το Πακιστάν εμφανίζεται ως βασικός αγγελιοφόρος ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να το αντιμετωπίσει το Ιράν με καχυποψία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει επαινέσει επανειλημμένα τον ρόλο του Πακιστάν, ενώ δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον πιέζει το Ισλαμαμπάντ να κρατήσει ζωντανή τη διαδικασία. Για τους Ιρανούς, που βλέπουν κάθε αμερικανική κίνηση μέσα από το πρίσμα της πίεσης και του εκβιασμού, αυτή η εγγύτητα Πακιστάν-ΗΠΑ δεν είναι ασήμαντη.

Το δεύτερο μεγάλο αγκάθι είναι η Σαουδική Αραβία. Το Πακιστάν έχει στενούς δεσμούς με το Ριάντ και, από τον Σεπτέμβριο του 2025, οι δύο χώρες έχουν υπογράψει στρατηγική συμφωνία αμοιβαίας άμυνας, η οποία προβλέπει ότι επίθεση εναντίον της μίας θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των δύο. Αυτή η σχέση δεν έχει μέχρι στιγμής ακυρώσει την αξιοπιστία του Πακιστάν στα μάτια της Τεχεράνης, αλλά δεν παύει να είναι ένα σημείο αδυναμίας. Αν οι συνομιλίες αποτύχουν, το Ιράν θα μπορούσε να επανερμηνεύσει τον ρόλο του Ισλαμαμπάντ μέσα από το φίλτρο της σαουδαραβικής του πρόσδεσης.

Το πολιτικό ρίσκο είναι εξίσου σοβαρό. Αν η διαδικασία καταρρεύσει και ο πόλεμος ξαναρχίσει με ένταση, το Πακιστάν κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση του αποδιοπομπαίου τράγου. Στο εξωτερικό θα κατηγορηθεί ότι υπερεκτίμησε τις δυνατότητές του. Στο εσωτερικό, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να το παρουσιάσει ως κυβέρνηση που επένδυσε διπλωματικό κεφάλαιο σε μια υπόθεση όπου τελικά την «έσυραν» οι Αμερικανοί και οι Ιρανοί χωρίς αποτέλεσμα.

Υπάρχει και το ζήτημα της καθημερινότητας. Η Ισλαμαμπάντ έχει ήδη πληρώσει τίμημα από τα μέτρα ασφαλείας γύρω από τις αναμενόμενες συνομιλίες. Η Guardian περιέγραψε μια πακιστανική πρωτεύουσα σε κατάσταση αυστηρού lockdown, με κλειστούς δρόμους, διακοπή μετακινήσεων, πίεση σε εργαζομένους και μικροεπαγγελματίες και έντονη δυσφορία κατοίκων που ένιωθαν ότι η πόλη είχε παγώσει εν αναμονή αποφάσεων που λαμβάνονται πολύ πάνω από τα κεφάλια τους.

Το μεγαλύτερο όμως κόστος είναι οικονομικό. Το Πακιστάν είναι εξαιρετικά ευάλωτο στις ενεργειακές διαταραχές. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ χτυπά χώρες που εισάγουν ενέργεια και έχουν περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι από τα Στενά του Ορμούζ περνά περίπου το 25%-30% του παγκόσμιου πετρελαίου και περίπου το 20% του LNG, ενώ η αποσταθεροποίηση αυτή λειτουργεί σαν ξαφνικός «φόρος» πάνω στα εισοδήματα των χωρών που εξαρτώνται από εισαγωγές καυσίμων.

Για το Πακιστάν αυτό δεν είναι θεωρία. Η χώρα αντιμετωπίζει ήδη πιέσεις σε καύσιμα, ηλεκτρισμό και ισοζύγιο πληρωμών. Reuters μετέδωσε ότι η Pakistan LNG αναζήτησε τρία φορτία LNG στην πρώτη τέτοια spot tender από τον Δεκέμβριο του 2023, μέσα σε περιβάλλον στενότερης ενεργειακής προσφοράς και διαταραχών στις θαλάσσιες ροές από τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, το Πακιστάν παραμένει δεμένο με πρόγραμμα του ΔΝΤ ύψους 7 δισ. δολαρίων, ενώ η κυβέρνηση έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συζήτησης αλλαγών στο πρόγραμμα αν συνεχιστούν οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Αυτό εξηγεί γιατί το Ισλαμαμπάντ δεν μπορεί εύκολα να αποσυρθεί. Μπορεί η διαμεσολάβηση να έχει ρίσκο, όμως η παράταση του πολέμου έχει ακόμη μεγαλύτερο κόστος. Το Πακιστάν δεν παίζει μόνο για το κύρος του. Παίζει για την ενέργεια, για την οικονομική του σταθερότητα, για τη σχέση του με τις ΗΠΑ, για τον ρόλο του στη Μέση Ανατολή και για τη θέση του απέναντι στην Κίνα, το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δείχνει ότι δεν θέλει συνομιλίες υπό καθεστώς πίεσης. Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι το Ιράν είναι ανοιχτό σε συζητήσεις στο Πακιστάν, αλλά όχι σε διαπραγμάτευση που θα μοιάζει με παράδοση υπό απειλές και αμερικανική πίεση. Αυτή η στάση περιορίζει τα περιθώρια του Ισλαμαμπάντ. Όσο οι ΗΠΑ εμφανίζονται να κρατούν σκληρή γραμμή και το Ιράν να ζητά πολιτική ισοτιμία στο τραπέζι, ο μεσολαβητής εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο αδιάλλακτες λογικές.

Το συμπέρασμα του Foreign Policy είναι ότι το πακιστανικό «μήνα του μέλιτος» τελειώνει. Το Ισλαμαμπάντ κέρδισε προβολή, αναγνώριση και ρόλο. Όμως τώρα έρχεται το δύσκολο μέρος: να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει αποτέλεσμα. Αν τα καταφέρει, θα έχει αναβαθμιστεί θεαματικά ως παίκτης στη Μέση Ανατολή. Αν αποτύχει, θα έχει εκτεθεί απέναντι στο Ιράν, θα έχει φορτωθεί πολιτικό κόστος στο εσωτερικό και θα συνεχίσει να πληρώνει την ενεργειακή κρίση.

Με άλλα λόγια, το Πακιστάν μπήκε στο τραπέζι ως διαμεσολαβητής για να γίνει παράγοντας. Τώρα κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι στη Μέση Ανατολή όποιος κάθεται ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη δεν αποκτά μόνο κύρος. Αναλαμβάνει και την ευθύνη μιας αποτυχίας που μπορεί να μην ελέγχει.

Το Πακιστάν εκτέθηκε από τα μηνύματα Τραμπ προς την Τεχεράνη – «Μεγάλο κενό εμπιστοσύνης» στις συνομιλίες για το Ιράν

Τι ανέφερε ο Τζέρεμι Σκάχιλ

Τις τελευταίες ημέρες έχει ενταθεί ο προβληματισμός για το ρόλο του Πακιστάν ως μεσολαβητή στις επαφές ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν. Σε παρέμβαση που μετέφερε και το Geopolitico.gr, ο δημοσιογράφος Τζέρεμι Σκάχιλ, ιδρυτικός συντάκτης του The Intercept και βραβευμένος συγγραφέας του Blackwater: The Rise of the World’s Most Powerful Mercenary Army, περιέγραψε ένα σκηνικό σύγχυσης, αντικρουόμενων διαβεβαιώσεων και επικίνδυνων παλινωδιών, υποστηρίζοντας ότι οι πακιστανικοί διαμεσολαβητικοί δίαυλοι βρίσκονται πλέον υπό έντονη αμφισβήτηση, καθώς μετέφεραν προς την ιρανική πλευρά υποσχέσεις που τελικά δεν υλοποιήθηκαν.

Σύμφωνα με όσα είπε, Ιρανοί αξιωματούχοι τού μετέφεραν ότι το Πακιστάν είχε διαβεβαιώσει την Τεχεράνη πως ο Ντόναλντ Τραμπ θα ανακοίνωνε, λίγο πριν από τη λήξη της εκεχειρίας, δύο κρίσιμες κινήσεις: αφενός την άρση του ναυτικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ και αφετέρου την παράταση της εκεχειρίας, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για νέο γύρο συνομιλιών. Με βάση αυτή την εικόνα, όπως είπε ο Σκάχιλ, η ιρανική πλευρά φέρεται να απάντησε ότι εφόσον αυτό συνέβαινε, θα προγραμμάτιζε δεύτερο γύρο επαφών για την Πέμπτη.

Όμως τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή. Ο Τραμπ ανακοίνωσε τελικά παράταση της εκεχειρίας, αλλά χωρίς να άρει τον αποκλεισμό. Εκεί, κατά τον Σκάχιλ, κατέρρευσε το αφήγημα που είχε μεταφερθεί από το Πακιστάν και άνοιξε εκ νέου ένα βαθύ ρήγμα δυσπιστίας. Όπως υποστήριξε, οι Ιρανοί αξιωματούχοι τού είπαν ξεκάθαρα ότι δεν γνωρίζουν αν οι Πακιστανοί μετέφεραν δικές τους ερμηνείες ή αν πράγματι είχαν ακούσει αυτά τα μηνύματα από τον ίδιο τον Τραμπ και στη συνέχεια τα διαβίβασαν στην Τεχεράνη ως κάτι δεδομένο.

Back to top button