Σαφή θεσμική στήριξη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στη Λάουρα Κοβέσι και στους Έλληνες δικαστικούς που υπηρετούν στον ευρωπαϊκό θεσμό εξέφρασε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, μιλώντας στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και στον δημοσιογράφο Γιάννη Αγουρίδη, στο πλαίσιο του OT Delphi Economic Forum XI. Το βασικό του μήνυμα ήταν πως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν πρέπει να υποτιμάται, διότι πρόκειται για θεσμό με παρόν και μέλλον, που οφείλει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό.
Ο κ. Παυλόπουλος απέφυγε να σχολιάσει επί της ουσίας τις εξελίξεις γύρω από το «υπαρκτό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ», όπως το χαρακτήρισε, τονίζοντας ότι οι σχολιασμοί σε τέτοια ζητήματα συχνά δεν βοηθούν, αλλά οξύνουν την κατάσταση. Ωστόσο, ήταν απολύτως ξεκάθαρος ως προς τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας: «Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάνει τη δουλειά της και κατά κοινή ομολογία την κάνει καλά», σημείωσε, προσθέτοντας ότι το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες δικαστικούς που συνεργάζονται με τον θεσμό.
Το κρίσιμο σημείο της παρέμβασής του αφορούσε την ανανέωση της θητείας των Ελλήνων δικαστικών στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπογράμμισε ότι, με βάση το ελληνικό Σύνταγμα και ειδικά το άρθρο 90 παρ. 5, αποκλειστικά αρμόδιο για τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών είναι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Αυτό, όπως είπε, ισχύει και για αποσπάσεις ή ανανεώσεις θητείας σε ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Με άλλα λόγια, ο κ. Παυλόπουλος ξεχώρισε δύο επίπεδα. Νομικά, την απόφαση την παίρνει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Θεσμικά, όμως, μια θετική εισήγηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν μπορεί να αγνοηθεί ελαφρά τη καρδία. Αν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίσει να μην ανανεώσει τη θητεία των Ελλήνων δικαστικών, τότε, κατά την εκτίμησή του, για λόγους δεοντολογίας και ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, θα πρέπει να εξηγήσει με σαφήνεια τους λόγους της απόφασής του.
Η τοποθέτησή του ήταν αιχμηρή, αλλά θεσμικά προσεκτική. Δεν αμφισβήτησε την αρμοδιότητα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Αντιθέτως, την υπερασπίστηκε. Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποίησε ότι σε ζητήματα ευρωπαϊκών θεσμών η χώρα δεν μπορεί να κινείται με όρους πολιτικής συγκυρίας ή εσωτερικής αντιπαράθεσης. «Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ευρωπαϊκός θεσμός, δεν είναι χθεσινός, είναι αυριανός και μεθαυριανός», ήταν το χαρακτηριστικό νόημα της παρέμβασής του.
Η συζήτηση είχε φόντο και τις πρόσφατες δηλώσεις της Λάουρα Κοβέσι στους Δελφούς, όπου η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπερασπίστηκε το έργο των Ελλήνων εισαγγελέων που χειρίστηκαν κρίσιμες υποθέσεις, λέγοντας ότι έκαναν εξαιρετική δουλειά. Η ίδια είχε δηλώσει πως δεν έχει αμφιβολίες ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θα πράξει σωστά, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, ο κ. Παυλόπουλος πέρασε στα μεγάλα γεωπολιτικά μέτωπα, ξεκινώντας από τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή. Χαρακτήρισε την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και προειδοποίησε ότι ο πόλεμος αυτός θα αφήσει βαθιές πληγές, όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και στην Ευρώπη. Κατά την άποψή του, η Ουάσιγκτον επαναλαμβάνει λάθη που έχουν προηγηθεί σε Ιράκ, Λιβύη και Συρία, με αποτέλεσμα αποσταθεροποίηση, ανθρωπιστικό κόστος και σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας στάθηκε ιδιαίτερα στην αδυναμία της Ευρώπης να λειτουργήσει ως πραγματική πλανητική δύναμη ειρήνης, δημοκρατίας και ασφάλειας. Όπως είπε, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται χωρίς ουσιαστική κοινή εξωτερική πολιτική και χωρίς αξιόπιστους πυλώνες ασφάλειας. Το μήνυμά του προς τους Ευρωπαίους ηγέτες ήταν καθαρό: η Ευρώπη πρέπει να «σηκώσει το κεφάλι της» και να αναλάβει τον ρόλο που της αναλογεί από την ιστορία και τον πολιτισμό της.
Αναφερόμενος στον πόλεμο στην Ουκρανία, ο κ. Παυλόπουλος είπε ότι η Ευρώπη ορθώς αντέδρασε στην εισβολή της Ρωσίας. Έθεσε όμως ένα καίριο ερώτημα για την Κύπρο: γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία, αλλά δεν έκανε το ίδιο απέναντι στην Τουρκία για την εισβολή και κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους στην Κύπρο; Εδώ χρησιμοποίησε και τη λέξη που πάντα έχει βαρύτητα στην ευρωπαϊκή πολιτική: βέτο.
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα πρέπει να χρησιμοποιεί ακόμη και το βέτο όταν χρειάζεται, ώστε να αναγκάσει την Ευρώπη να εφαρμόσει απέναντι στην Τουρκία τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζει απέναντι στη Ρωσία. Η θέση αυτή έχει σαφή εθνική αιχμή: δεν μπορεί η Κύπρος, κράτος-μέλος της Ε.Ε., να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα όταν παραμένει επί μισό αιώνα υπό τουρκική κατοχή.
Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν και για τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο κ. Παυλόπουλος εξέφρασε την απογοήτευσή του επειδή, κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, δεν καταδίκασε την τουρκική εισβολή και κατοχή. Το χαρακτήρισε στάση προβληματική για έναν ηγέτη που ζητά την ένταξη της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μήνυμά του ήταν πως όποιος ζητά ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να αποφεύγει να αναγνωρίσει ένα αντίστοιχο έγκλημα σε βάρος κράτους-μέλους της Ε.Ε.
Τέλος, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε κριτική και για την υποδοχή του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα στην Ελλάδα, συνδέοντας το ζήτημα με τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία και με τις «αδιανόητες απαιτήσεις των Τσάμηδων», όπως είπε. Υπενθύμισε μάλιστα ότι κατά τη διάρκεια της δικής του θητείας δεν δέχθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο ούτε τον Πρόεδρο ούτε τον πρωθυπουργό της Αλβανίας, ακριβώς λόγω αυτών των ανοιχτών ζητημάτων.
Η συνέντευξη Παυλόπουλου στον ΟΤ είχε δύο καθαρούς άξονες: θεσμικό και εθνικό. Στο εσωτερικό μέτωπο, υπερασπίστηκε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την ανάγκη σεβασμού των θεσμών χωρίς πολιτικές παρεμβολές. Στο εξωτερικό μέτωπο, έθεσε σκληρά ερωτήματα για την Ευρώπη, την Κύπρο, την Τουρκία, την Ουκρανία και την Αλβανία. Το κοινό νήμα ήταν ένα: οι θεσμοί, είτε εθνικοί είτε ευρωπαϊκοί, δεν έχουν αξία αν δεν εφαρμόζονται με συνέπεια και χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.