breaking newsΕλλάδα

Ελληνοκαναδικό Ινστιτούτο: Τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» είναι τέχνασμα επέκτασης δικαιοδοσίας

Σαφή προειδοποίηση για τις πραγματικές επιδιώξεις της Τουρκίας πίσω από την ανακήρυξη δύο νέων «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» απευθύνει το Ελληνοκαναδικό Ερευνητικό Ινστιτούτο. Σε ανακοίνωσή του, χαρακτηρίζει την τουρκική πρωτοβουλία όχι ως περιβαλλοντικό μέτρο, αλλά ως «παιχνίδι ισχύος για την επέκταση δικαιοδοσίας», το οποίο παρουσιάζεται με τον μανδύα της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η Άγκυρα ανακοίνωσε στις 15 Αυγούστου 2026 τη δημιουργία δύο θαλάσσιων πάρκων στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, επιχειρώντας να προβάλει την απόφαση ως σημαντικό βήμα περιβαλλοντικής πολιτικής. Σύμφωνα, όμως, με το Ινστιτούτο, η χωροθέτηση των ζωνών αποκαλύπτει έναν σαφή γεωπολιτικό και αναθεωρητικό σχεδιασμό.

Το πρώτο πάρκο εκτείνεται από την περιοχή της Ραιδεστού προς τον θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στη Σαμοθράκη και τη Λήμνο. Το δεύτερο ξεκινά από τις περιοχές της Φετιγιέ και του Κας και επεκτείνεται προς τα ύδατα γύρω από το Καστελλόριζο, το ελληνικό νησί που βρίσκεται διαχρονικά στο επίκεντρο των τουρκικών διεκδικήσεων.

Οι χάρτες που συνοδεύουν την ανακοίνωση του Ελληνοκαναδικού Ινστιτούτου εμφανίζουν τις τουρκικές ζώνες να εισέρχονται ακόμη και σε ελληνικά χωρικά ύδατα μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου, καθώς και μεταξύ Ρόδου και Καστελλορίζου. Στη δεύτερη περίπτωση, η τουρκική χάραξη παρουσιάζεται να περικυκλώνει ουσιαστικά το Καστελλόριζο.

«Καμία απολύτως νομική συνέπεια»

Το Ινστιτούτο επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ζώνες υπερβαίνουν τα τουρκικά χωρικά ύδατα και επικαλύπτουν περιοχές της ανοικτής θάλασσας και τμήματα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, κανένα κράτος δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς εθνική δικαιοδοσία σε διεθνή ύδατα ή στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε καταστήσει σαφές ότι τα σχετικά τουρκικά διατάγματα «δεν παράγουν απολύτως κανένα έννομο αποτέλεσμα».

Το Ελληνοκαναδικό Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι η ελληνική θέση δεν αποτελεί απλώς μία πολιτική ή διπλωματική αντίδραση, αλλά απορρέει ευθέως από τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου.

Θαλάσσια πάρκα στα ίχνη της «Γαλάζιας Πατρίδας»

Η νομική διάσταση, σύμφωνα με την ανακοίνωση, αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της υπόθεσης. Η άλλη αφορά τη στρατηγική πρόθεση της Άγκυρας, η οποία συνδέεται άμεσα με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και εδώ και χρόνια προωθεί μία μαξιμαλιστική αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες. Μέσα από αυτήν επιδιώκει να περιορίσει δραστικά την επήρεια των ελληνικών νησιών και της Κυπριακής Δημοκρατίας, επεκτείνοντας αντίστοιχα την τουρκική επιρροή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επιλογή του Καστελλορίζου, αλλά και της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, δεν θεωρείται τυχαία. Πρόκειται για περιοχές υψηλής στρατηγικής σημασίας, τις οποίες διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις έχουν εντάξει στις διεκδικήσεις τους ήδη από τη δεκαετία του 1970.

«Δεν πρόκειται για περιβαλλοντικά σημαντικές περιοχές που επιλέχθηκαν για οικολογικούς λόγους. Πρόκειται για πολιτικά σημαντικές περιοχές που επιλέχθηκαν για στρατηγικούς λόγους», τονίζει χαρακτηριστικά το Ινστιτούτο.

Επικίνδυνο προηγούμενο

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον κίνδυνο δημιουργίας ενός προηγουμένου, στο οποίο μονομερείς περιβαλλοντικές ανακηρύξεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως έμμεσες εδαφικές ή θαλάσσιες διεκδικήσεις.

Μια τέτοια πρακτική, σύμφωνα με την ανακοίνωση, υπονομεύει τα θεμέλια της διεθνούς θαλάσσιας διακυβέρνησης, αποδυναμώνει το διεθνές δίκαιο και μετατρέπει την προστασία του περιβάλλοντος σε εργαλείο γεωπολιτικής επέκτασης. Παράλληλα, επιβραβεύει κράτη που επιχειρούν να παρακάμψουν τις νόμιμες διαδικασίες μέσω μονομερών διοικητικών ενεργειών.

Το Ινστιτούτο αντιπαραβάλλει την τουρκική απόφαση με τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα στο Ιόνιο και στο Αιγαίο, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές ζώνες βρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Πρόκειται, όπως τονίζει, για μία κρίσιμη διαφορά, καθώς η περιβαλλοντική προστασία οφείλει να ασκείται εντός των ορίων της νόμιμης δικαιοδοσίας και όχι να χρησιμοποιείται για την έμμεση επαναχάραξή τους.

Καταλήγοντας, το Ελληνοκαναδικό Ερευνητικό Ινστιτούτο προειδοποιεί ότι η τουρκική κίνηση προκαλεί νέα ένταση σε μία ήδη ευαίσθητη περιοχή, δυσχεραίνει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και υπονομεύει τις προσπάθειες σταθεροποίησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Σε μία περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή ασφάλεια απαιτεί προβλεψιμότητα και σεβασμό στους διεθνείς κανόνες, η εργαλειοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής από την Άγκυρα δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία πρόκληση. Αποτελεί μία αποσταθεροποιητική ενέργεια ενταγμένη στον ευρύτερο σχεδιασμό της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Back to top button