Γράφει ο Τάμερ Τσιλινγκίρ*
Αν περιορίσουμε τη σημερινή συζήτηση στο ποιος ανέλαβε πρώτος κάποια πρωτοβουλία, ποιος φωτογραφήθηκε με ποιον ή ποιος θα αποκομίσει πολιτικά οφέλη από την αποκατάσταση των μοναστηριών, τότε θα έχουμε χάσει από τα μάτια μας το πραγματικό ζήτημα.
Ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας και ο Άγιος Ιωάννης Βαζελώνας δεν είναι απλώς δύο ιστορικά κτίσματα. Αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της μακραίωνης παρουσίας, της πίστης και της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων του Πόντου.
Γι’ αυτό, όταν μιλάμε για την «αποκατάσταση» αυτών των μνημείων, οφείλουμε πρώτα να θέσουμε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα:
Γιατί τα μοναστήρια αυτά αποκόπηκαν από τις κοινότητες που τα δημιούργησαν; Γιατί έμειναν χωρίς τους ανθρώπους τους; Γιατί εγκαταλείφθηκαν επί έναν αιώνα στη φθορά, στη λεηλασία και στην καταστροφή;
Η ένταξή τους σε ένα επενδυτικό πρόγραμμα του τουρκικού κράτους είναι ασφαλώς σημαντική. Η αποκατάσταση, όμως, ενός κτίσματος δεν σημαίνει αυτομάτως και την αποκατάσταση της ιστορικής του αλήθειας.
Οι εργασίες δεν πρέπει να μετατραπούν σε μια τουριστική διαμόρφωση που θα αποκρύπτει τη Γενοκτονία, τον εκτοπισμό και την αποστέρηση των περιουσιών των Ελλήνων του Πόντου. Εάν αποκαθίστανται οι πέτρες των μοναστηριών, αλλά αποσιωπάται η μνήμη των ανθρώπων που τα δημιούργησαν, αυτό δεν μπορεί να ονομαστεί ιστορική δικαιοσύνη.
Ταυτόχρονα, δεν είναι αποδεκτό αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί να παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα προσωπικών πρωτοβουλιών. Ούτε μπορεί η ιστορική κληρονομιά του Πόντου να χρησιμοποιείται για πολιτική προβολή και προσωπική αναγνώριση.
Τα μοναστήρια του Πόντου δεν αποτελούν σκηνικό για την προσωπική σταδιοδρομία κανενός. Δεν είναι ιδιοκτησία οικογενειών, διοικήσεων συλλόγων ή αυτοδιορισμένων εκπροσώπων. Δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως διακόσμηση διπλωματικών και επικοινωνιακών παραστάσεων.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αξίζει να θυμηθούμε τι συνέβη τον Ιούλιο του 2024 στο Τσεσμέ της Σμύρνης.
Η Ελληνίδα τραγουδίστρια Δέσποινα Βανδή επρόκειτο να εμφανιστεί σε μια συναυλία που είχε διοργανωθεί για φιλανθρωπικό σκοπό. Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν από την τουρκική πλευρά, αρνήθηκε να εμφανιστεί επειδή στη σκηνή υπήρχαν η τουρκική σημαία και η προσωπογραφία του Μουσταφά Κεμάλ. Η ίδια δεν διατύπωσε το ζήτημα με αυτούς ακριβώς τους όρους. Δήλωσε ότι ο χαρακτήρας της συναυλίας αλλοιώθηκε μονομερώς και ότι προσδόθηκε στην εκδήλωση ένα πολιτικό περιεχόμενο το οποίο δεν είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων.
Όποια εκδοχή κι αν εξετάσουμε, ένα γεγονός παραμένει αδιαμφισβήτητο: η Δέσποινα Βανδή επέλεξε να μην εμφανιστεί σε μια σκηνή όταν έκρινε ότι η παρουσία της θα χρησιμοποιούνταν στο πλαίσιο ενός πολιτικού συμβολισμού που δεν είχε αποδεχτεί.
Ήταν μια καλλιτέχνιδα που είχε πάει εκεί για να τραγουδήσει. Δεν ισχυριζόταν ότι εκπροσωπεί τον ποντιακό λαό. Δεν είχε πάει εκεί στο όνομα της ιστορικής μνήμης του Πόντου. Δεν είχε αναλάβει να μιλήσει για τα μοναστήρια, τη Γενοκτονία ή τα δικαιώματα ενός εκτοπισμένου λαού.
Κι όμως, όταν θεώρησε ότι η παρουσία της θα εντασσόταν σε ένα πολιτικό σκηνικό που δεν είχε συμφωνήσει, πήρε θέση και δεν ανέβηκε στη σκηνή.
Εσείς, αντιθέτως, δεν βρεθήκατε εκεί ως καλλιτέχνες ή ως απλοί επισκέπτες.
Βρεθήκατε εκεί ισχυριζόμενοι ότι εκπροσωπείτε τον ποντιακό λαό. Πήγατε για μοναστήρια που αποτελούν σύμβολα της ιστορίας, της πίστης και της συλλογικής μνήμης αυτού του λαού. Είχατε, επομένως, πολύ μεγαλύτερη ιστορική και ηθική ευθύνη να γνωρίζετε πού στέκεστε, μπροστά σε ποια σύμβολα φωτογραφίζεστε και πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτές οι φωτογραφίες.
Η Δέσποινα Βανδή ήταν μια καλλιτέχνιδα και πήρε θέση.
Εσείς εκπροσωπούσατε τον Πόντο. Ποια θέση πήρατε;
Οι φωτογραφίες μπροστά στην προσωπογραφία του Μουσταφά Κεμάλ δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη φράση «δεν γνωρίζαμε» ή να υποβαθμιστούν ως μια ασήμαντη λεπτομέρεια του πρωτοκόλλου.
Για όσους ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τον Πόντο, η στάση απέναντι στα πολιτικά σύμβολα της ιστορικής διαδικασίας που οδήγησε στην εξόντωση και στον εκτοπισμό του ποντιακού λαού δεν αποτελεί απλή λεπτομέρεια. Αποτελεί μέτρο της ευθύνης τους απέναντι στην ιστορική μνήμη.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι στη δημόσια αντιπαράθεση μπορούν να χρησιμοποιούνται οποιαδήποτε επιχειρήματα και οποιαδήποτε γλώσσα. Οφείλουμε να είμαστε εξίσου ξεκάθαροι και σε αυτό το σημείο.
Οι αναφορές προς τον Νίκο Μιχαηλίδη —«Γιατί διέμενε μεγάλο χρονικό διάστημα στο Ισραήλ;», «Ποια είναι η σχέση του με τη Σιών;», «Μήπως είναι Δούρειος Ίππος;» και «Ισχύουν όσα κυκλοφορούν σχετικά με τις σχέσεις του με τους Εβραίους;»— δεν διατυπώνονται, βεβαίως, ως άμεσες κατηγορίες. Εντάσσονται σε ένα υποθετικό σχήμα: «Πώς θα αντιδρούσατε εάν κάποιος δημοσίευε για εσάς ένα κείμενο με τέτοια ερωτήματα;»
Είναι, επομένως, σαφές ότι η συντάκτρια του κειμένου δεν παρουσιάζει αυτές τις αναφορές ως πραγματικούς και αποδεδειγμένους ισχυρισμούς.
Αυτή η διευκρίνιση, όμως, δεν καθιστά λιγότερο προβληματική την επιλογή των συγκεκριμένων παραδειγμάτων. Αντιθέτως, το γεγονός ότι επιλέχθηκαν ειδικά το Ισραήλ, η «Σιών» και οι σχέσεις με τους Εβραίους προκειμένου να οικοδομηθεί ένα υποθετικό σενάριο καχυποψίας και απαξίωσης ενός προσώπου είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Σε αυτή την κατασκευή, η σχέση με τους Εβραίους χρησιμοποιείται σαν να αποτελεί από μόνη της μια σκοτεινή και ύποπτη σύνδεση. Η διατύπωση «δεν το ισχυρίζομαι, απλώς σας ρωτώ πώς θα αισθανόσασταν εάν λεγόταν κάτι τέτοιο για εσάς» δεν εξουδετερώνει τους αντισημιτικούς συνειρμούς που προκαλεί η συνειδητή επιλογή αυτών των παραδειγμάτων.
Οι πολιτικές απόψεις, οι δημόσιες δραστηριότητες και οι θεσμικές σχέσεις οποιουδήποτε προσώπου μπορούν ασφαλώς να εξετάζονται και να επικρίνονται. Οι πολιτικές του κράτους του Ισραήλ μπορούν επίσης να αποτελούν αντικείμενο αυστηρής κριτικής, όπως και ο Σιωνισμός ως πολιτική ιδεολογία.
Άλλο, όμως, είναι η τεκμηριωμένη πολιτική κριτική και άλλο η χρησιμοποίηση της αόριστης φράσης «σχέσεις με τους Εβραίους» ως μέσου δημιουργίας υποψιών και σπίλωσης ενός προσώπου.
Ο αγώνας του ποντιακού λαού για ιστορική δικαιοσύνη δεν έχει ανάγκη από μια τέτοια γλώσσα. Δεν μπορούμε, ενώ μιλάμε για τις διώξεις και την εξόντωση που υπέστη ένας λαός, να αναπαράγουμε υπαινιγμούς και προκαταλήψεις εναντίον ενός άλλου λαού.
Ούτε η απόφαση του τουρκικού κράτους να αποκαταστήσει τα μνημεία, ούτε ο θεσμικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ούτε η πολυετής παρουσία οποιουδήποτε συλλόγου μπορούν να αποκλείσουν τον ποντιακό λαό από την ίδια του την ιστορία.
Αυτή η κληρονομιά δεν ανήκει αποκλειστικά σε κράτη, εκκλησιαστικές αρχές, οικογένειες ή διοικήσεις συλλόγων. Ανήκει πρωτίστως στον λαό που τη δημιούργησε, τη διατήρησε επί αιώνες και πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα για την απώλειά της.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι:
«Ποιος σώζει τα μοναστήρια;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Θα ειπωθεί ολόκληρη η ιστορία αυτών των μοναστηριών; Θα αναφερθεί καθαρά το όνομα του λαού που τα δημιούργησε; Θα ειπωθεί τι συνέβη σε αυτόν τον λαό και γιατί τα μοναστήρια έμειναν χωρίς τις κοινότητές τους;
Είναι δυνατόν να αποκαταστήσετε τις πέτρες.
Εάν, όμως, δεν απελευθερώσετε και τη μνήμη, δεν θα έχετε σώσει τα μοναστήρια του Πόντου.
*Ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ αρθρογραφεί με αφορμή την επίσκεψη του προέδρου της ΚΕΔΕ Λάζαρου Κυρίζογλου στην Παναγία Σουμελά και τη συνάντηση με τον δήμαρχο Ματσούκας, με τον οποίο φωτογραφήθηκε μπροστά στον Μουσταφά Κεμάλ.